ΘΕΑΤΡΟ

Το πάθος στο περιθώριο της ηθικής

to-pathos-sto-perithorio-tis-ithikis-2302608

Θα πρέπει να διασκέδαζε πολύ ο Εντουαρντ Αλμπι (1928-2016) με τις ερμηνευτικές προσεγγίσεις του έργου του «Η Γίδα ή Ποια είναι η Σίλβια;» (2000). Εκείνος απλώς έβαλε έναν προβοκατόρικο υπότιτλο στο έργο του (Notes towards a definition of tragedy) και άφησε θεωρητικούς και καλλιτέχνες του θεάτρου να ψάχνουν τι εννοεί με αυτό το «Σημειώσεις για έναν ορισμό της τραγωδίας». Γνώριζε καλά πως η σημασία του «νοήματος» έχει καθαιρεθεί στο όνομα της ερμηνευτικής ελευθερίας. Ενας λευκός, στρέιτ άνδρας που ερωτεύεται μια… γίδα: να μία ερεθιστική «υπόθεση» εργασίας, που ενδείκνυται για ερμηνευτική κατάχρηση στο όνομα της απελευθέρωσης από τον πατριαρχικό λόγο, από τα συντηρητικά ή/και αντιδραστικά κοινωνικά στερεότυπα, χάριν της καταδίκης της αστικής υποκρισίας κ.ο.κ.

Η ιστορία του έργου, που παρουσιάζεται στο θέατρο Θησείον σε σκηνοθεσία Νικορέστη Χανιωτάκη, είναι απλή όσο και προκλητική: ο 50χρονος Μάρτιν, διακεκριμένος αρχιτέκτων, μόλις βραβεύθηκε με το περίφημο βραβείο Pritzker και μόλις έκλεισε με το υπουργείο Τεχνολογίας μία πολύ μεγάλη δουλειά: να οικοδομήσει μία πόλη σε μια τεράστια έκταση στις δυτικές πολιτείες. Δεν μπορούσε να φανταστεί ότι η ζωή του θα ερχόταν τα πάνω-κάτω όταν, αναζητώντας εξοχικό, θα έπεφτε πάνω σε μία γίδα την οποία θα ερωτευόταν κεραυνοβόλα.

Ο Αλμπι εξετάζει το «ζήτημα» εντός των ορίων του οίκου. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, πώς θα αντιδρούσε ο καλύτερος φίλος, η αγαπημένη του σύζυγος, ο γιος του ήρωα; Σίγουρα η ομολογία του δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ψύχραιμα και λογικά. Απάτησε τη γυναίκα του και μάλιστα με ένα ζώο: δεν είναι μόνο ηθικό το «έγκλημα» αλλά και αισθητικό. Η πανουργία του συγγραφέα είναι αναμφισβήτητη: παρά την κρίσιμη στιγμή, όταν όλα καταρρέουν για τα τρία από τα τέσσερα πρόσωπα της ιστορίας, οι διάλογοι μετά βίας παραμένουν σοβαροί. Το δράμα που βιώνει ο ήρωας, ακυρώνεται αμέσως μόλις ο θεατής σκεφθεί ποιο είναι το αντικείμενο της σύγκρουσης: η σχέση του με μία γίδα. Ακόμα κι η κατάληξη, η δολοφονία της γίδας από τη σύζυγο, προκαλεί φαιδρές σκέψεις: γίδα βραστή ή σιγοψημένη στον φούρνο με πατάτες;

Το πείραμα του Αλμπι πέτυχε, όσο κι αν η στόχευσή του παραμένει ασαφής. Σε συνέντευξή του είχε πει ότι ήθελε να βάλει τον θεατή ενώπιον ενός ακραίου διλήμματος: πώς αντιδράς όταν σου συμβαίνει κάτι τόσο απίθανο. Ωραία, μόνο που η κτηνοβασία δεν είναι φαινόμενο απίθανο – διχάζει μάλιστα νομοθέτες και ψυχαναλυτές για το αν είναι ή όχι διαστροφή, για το αν πρέπει να απαγορεύεται ή όχι. Υπάρχουν άνθρωποι και κοινότητες που φιλοδοξούν κάποτε να εκφράζουν ανοιχτά και «περήφανα» τη σεξουαλική τους προτίμηση για τα ζώα, και άλλοι, ζωοφιλικών κινημάτων αυτοί, που νοιάζονται για πιθανούς τραυματισμούς των ζώων και πώς μπορεί να είναι «συναινετική» τέτοιου είδους συνεύρεση. Η αλληγορία ακυρώνεται από την κυριολεξία.

Με άλλα λόγια, ο καταλύτης που ρίχνει ο Αλμπι στη χημική ένωση παραείναι δυνατός για να δώσει η αντίδραση ενδιαφέροντα αποτελέσματα. Ο υπότιτλος περί ορισμού της τραγωδίας, οι Ευμενίδες που αναφέρει σε ανύποπτη στιγμή ο Μάρτιν, η σφαγή της «Γίδας» που παραπέμπει στις Μαινάδες (δηλαδή στις «Βάκχες»), ώθησε διάφορους μελετητές να αναζητήσουν σχέσεις του έργου με την «Ποιητική» του Αριστοτέλη και τον «Οιδίποδα Τύραννο». Τυχαία η Σίλβια είναι γίδα και η τραγωδία, «Τράγων Ωδή»; Τέτοιου είδους επιχειρήματα στερούνται, βεβαίως, σοβαρότητας.

Στα πολλά κείμενα που αμήχανα προσπαθούν να ερμηνεύσουν τη «Γίδα», μόνο μία άποψη βρήκα ενδιαφέρουσα: το τραγικό σήμερα είναι «ασυμπτωματικό». Δεν μπορεί να γράψει κανείς μία σύγχρονη τραγωδία ακολουθώντας κατά γράμμα τα κριτήρια του Αριστοτέλη. Δεν αρκούν.

Εγκαταλείποντας τον παραπλανητικό υπότιτλο, ωστόσο, η «Γίδα» φωτίζεται αλλιώς, μιλάει για το πάθος που δεν μπορεί πάντα να ελεγχθεί, ούτε και να περιοριστεί σε κοινωνικώς αποδεκτά αντικείμενα πόθου, όπως και για τα δυσδιάκριτα όρια μεταξύ φυσικού και μη φυσικού, επιτρεπτού και ανεπίτρεπτου. Μα, θα πείτε δικαιολογημένα, αυτά είναι ζητήματα που έχουν απασχολήσει επανειλημμένως και πολύ επιτυχημένα κατά το παρελθόν λογοτέχνες και θεατρικούς συγγραφείς. Τι απομένει; Η ακραία πρόκληση στο όνομα της τόλμης του καλλιτέχνη να καταπιάνεται με ό,τι οι άλλοι δεν τολμούν να διαχειριστούν. Κάπως έτσι, για να προκαλέσει, ο Αλμπι δεν περιορίζεται στο δράμα του έρωτα για τη γίδα, προσθέτει και μία σκηνή σεξουαλικού φιλιού γιου και πατέρα!

Παρά τις αντιρρήσεις μου για το έργο, δεν μπορώ να μην αναγνωρίσω την ποιότητα της δουλειάς των ηθοποιών, στις ερμηνείες των οποίων στηρίζεται (και πώς αλλιώς;) η σκηνοθεσία του Νικορέστη Χανιωτάκη. Ο Νίκος Κουρής δίνει μία ακόμη έξοχη ερμηνεία (μετά την «Κωμωδία των Παρεξηγήσεων»). Αποδίδει πολύ πειστικά τον καταστροφικό ίλιγγο του ήρωα, που βιώνει την απώλεια και την πτώση ακριβώς τη στιγμή που αυτή συμβαίνει. Στον ρόλο της συζύγου του, η Λουκία Μιχαλοπούλου (μετά και την εξαιρετική ερμηνεία της στην «Πόλη» της Αναγνωστάκη, σε σκηνοθεσία Γ. Μόσχου, στο Φεστιβάλ Αθηνών 2018) δίνει μία πλήρη ως προς τις ψυχολογικές/συναισθηματικές αντιδράσεις, ερμηνεία.

Ο Γιάννης Δρακόπουλος μεταφέρει πειστικά την αμηχανία και τα συγκρουόμενα συναισθήματα που πρέπει να νιώθει κάποιος που θα έπρεπε, ως φίλος, να κατανοεί και να συμπαρίσταται αλλά οι καταστάσεις τον ξεπερνούν. Ο νεαρός Μιχαήλ Ταμπακάκης φαίνεται ότι θα έχει συνέχεια και διάρκεια στο θέατρο.

Εύστοχο το σκηνικό της Αρετής Μουστάκα: ένα γυάλινο κλουβί εντός του οποίου κινούνται οι ηθοποιοί, «πρωταγωνιστές» ενός εν εξελίξει πειράματος. Εντυπωσιακές είναι οι επιδόσεις των μουσικών της νέας γενιάς στα σάουντρακ παραστάσεων – στη «Γίδα» τη μουσική και τους ήχους συνέθεσε ο Γιάννης Μαθές.