ΘΕΑΤΡΟ

Στέλιος Μάινας: «Βλέπουμε θέατρο για να γίνουμε καλύτεροι…»

stelios-mainas-vlepoyme-theatro-gia-na-ginoyme-kalyteroi-amp-8230-2307771

Δύο αδέλφια, ο Σερζ και ο Πολ, μαζί με τις συζύγους τους, βρίσκονται για δείπνο σε ένα πανάκριβο εστιατόριο, όμως το φαγητό είναι το τελευταίο πράγμα που τους απασχολεί. Τα δύο ζευγάρια πρέπει να πάρουν μια απόφαση. Οι έφηβοι γιοι τους έχουν σκοτώσει μια άστεγη. Τι θα κάνουν; Θα προσπαθήσουν να κρύψουν το μεγάλο μυστικό για να προστατεύσουν τα παιδιά τους ή θα τα ενθαρρύνουν να ομολογήσουν τον φόνο και να υποστούν τις συνέπειες; Μπορεί η αγάπη να δικαιολογήσει τα πάντα;

Αυτά τα ερωτήματα θέτει «Το δείπνο», το ευπώλητο μυθιστόρημα του Ολλανδού Χέρμαν Κοχ, που έχει μεταφραστεί σε 37 γλώσσες, έχει κυκλοφορήσει σε 53 χώρες και καταγράφει με συνταρακτικό τρόπο την αθέατη πλευρά δύο σύγχρονων αστικών οικογενειών. Η ιστορία αυτή, για το κακό που κρύβεται μέσα μας και ανά πάσα στιγμή μπορεί να εκδηλωθεί, ζωντανεύει επί σκηνής στο Σύγχρονο Θέατρο της Αθήνας, σε σκηνοθεσία Λίλλυς Μελεμέ, με τον Στέλιο Μάινα να υποδύεται τον Πολ, τον έναν εκ των δύο αδελφών – έναν καθηγητή που όμως βρίσκεται σε διαθεσιμότητα λόγω των ρατσιστικών του δηλώσεων και των ανεξέλεγκτων βίαιων ξεσπασμάτων του.

Είναι το τρίτο ολλανδικό έργο στη μακρά θεατρική πορεία του Στέλιου Μάινα, μετά τον «Μικρό Τόνι» του Αλεξ βαν Βάρμερνταμ (2000) και την «Τίρζα» του Αρνον Γκρούνμπεργκ (2013). «Μετράει κάμποσα χρόνια το αλισβερίσι μου με τους Ολλανδούς. Αλλά δεν είναι τυχαίο. Εχω επισκεφθεί πολλές φορές τη χώρα τους, τη γνωρίζω πια καλά, έχω αποκτήσει φίλους εκεί. Την έννοια της συλλογικότητας την έχουν στο DNA τους, οι αποφάσεις λαμβάνονται από όλους για όλους – και γίνονται σεβαστές από τους πάντες», εξηγεί ο ίδιος. «Μου αρέσει η κοινωνία τους, είναι ανοιχτή και φιλελεύθερη, μια κοινωνία ανεκτικότητας και αποδοχής της διαφορετικότητας αλλά ταυτόχρονα κανόνων όχι ασυδοσίας. Τους ζηλεύω. Ετσι θα ήθελα να είναι και η ελληνική κοινωνία…».

Ζητήματα επίκαιρα

Το έργο του Χέρμαν Κοχ θέτει ζητήματα βαθιά επίκαιρα. «Ποια είναι η ευθύνη μας, όχι μόνο απέναντι στον εαυτό μας και στην οικογένειά μας αλλά και απέναντι στην κοινωνία και στον κόσμο; Γι’ αυτό και αφορά τους πάντες, όχι μόνο όσους είναι γονείς. Θέατρο βλέπουμε για να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι. Το ζητούμενο είναι να φεύγει το κοινό από μια παράσταση με ερωτήματα, να έχει προβληματιστεί, κάτι να κουβαλάει μαζί του πλέον: υλικό για την ψυχή του. Αυτή είναι η μεγαλύτερη αγωνία μου ως ηθοποιού. Γιατί ξέρω καλά πως ο χρόνος που μας αφιερώνουν οι θεατές είναι πολύτιμος, κοστίζει πολύ πιο ακριβά από το εισιτήριο που πληρώνουν», λέει ο δημοφιλής ηθοποιός.

Αλλά, από την άλλη, αυτό δεν είναι που κάνει τη δουλειά ενός ηθοποιού τόσο ελκυστική και ενδιαφέρουσα, ότι όλα είναι απρόβλεπτα, ότι δεν υπάρχει ρουτίνα; «Πράγματι», συμφωνεί ο συνομιλητής μου. «Τις μεγάλες συγκινήσεις εμείς τις ζούμε μέσα από τη δουλειά μας. Γι’ αυτό τον λόγο τόσο πολλά νέα παιδιά θέλουν να γίνουν ηθοποιοί, παρά τις δυσκολίες: τις απλήρωτες πρόβες, τα πενιχρά μεροκάματα, τα φέσια, την ανασφάλιστη εργασία. Αλήθεια, κάποιος υπουργός Εργασίας θα ασχοληθεί ποτέ με όσα συμβαίνουν στα “εργοτάξια” της τέχνης;».

Στο «Δείπνο» –που θα παίζεται μέχρι τις 21 Απριλίου στην Αθήνα και από τις 2 έως τις 12 Μαΐου στο θέατρο Αριστοτέλειο της Θεσσαλονίκης– ο Στέλιος Μάινας μοιράζεται τη σκηνή με τον Λάζαρο Γεωργακόπουλο, τον Γιώργο Κοτανίδη, την Κατερίνα Λέχου και την Κατερίνα Μισιχρόνη. Αλλά το κοινό της Θεσσαλονίκης τον απολαμβάνει ήδη, κάθε Δευτέρα και Τρίτη, στο θέατρο Αυλαία, στο έργο του Μπρους Γκουτς «ο Κήπος», μαζί με τη σύζυγό του και επίσης έμπειρη ηθοποιό Κάτια Σπερελάκη.

Κοινός παρονομαστής των δύο παραστάσεων; Το… καρδιοχτύπι. «Καρδιοχτυπώ. Θα “κατεβεί” κάτω το έργο ή όχι; Επειτα από τόσα χρόνια στο θεατρικό σανίδι, μπορώ να διακρίνω στα μάτια του κοινού, την ώρα που παίζω, την ικανοποίηση ή την απογοήτευση. Τίποτα δεν είναι δεδομένο. Προχθές, για παράδειγμα, οι θεατές ήταν παγωμένοι, ανέκφραστοι. Σαν Σουηδοί!».