ΘΕΑΤΡΟ

Γ. Περλέγκας: «Αισθάνομαι πως δεν μου επιτρέπεται να κάνω τη δουλειά μου»

g_cult_b02--2

Η πρώτη γνωριμία του Γιάννου Περλέγκα με τον Λουίτζι Πιραντέλο δημιούργησε αντιφατικές κριτικές. Κάποιοι είπαν πως δεν πέτυχε η σκηνοθετική του προσέγγιση. Αλλοι μίλησαν για πρόταση. Το θέμα είναι ότι στη σκηνή του Θεάτρου Τέχνης στη Φρυνίχου, η παράσταση «Να ντύσουμε τους γυμνούς» πήρε νέα παράταση μέχρι τη Μεγάλη Τρίτη.

Σε μια άλλη σκηνή, στο «Μικρό Γκλόρια», πρόσφατα σκηνοθέτησε το έργο των Καταναλών Τζόντι Σάντσεθ και Πεπ Αντον Γκόμεθ «Μισά μισά». Ομως μιλώντας για τις δουλειές αυτές, είναι φανερό ότι ακόμη τον απασχολεί ο Πιραντέλο. Οπως ακριβώς συνέβη χρόνια πριν με τον Τόμας Μπέρνχαρντ. Μια σχέση καθοριστική για την πορεία του, που άφησε μία από τις καλύτερες παραστάσεις των τελευταίων χρόνων: τον «Αδαή και τον παράφρονα».

«Η παράσταση του Πιραντέλο δεν ήταν έτοιμη όταν ανέβηκε. Είμαι από αυτούς που χρειάζονται πολύ χρόνο. Δεν λειτουργώ καλά με τα deadlines. Στην αρχή είχε χλιαρή έως και κακή υποδοχή. Επειτα προχώρησε, βελτιώθηκε. Σαγηνευμένος από τον συγγραφέα, θέλησα να τα πω όλα με τη μία», λέει πιο ήρεμος πια, μετά τις εντάσεις των πρώτων ημερών.

Απέφυγε την εγκεφαλική προσέγγιση και διάλεξε «μια πιο γήινη και πιο εμπλεκόμενη εκδοχή που έχει να κάνει με το στοιχείο της τρέλας που υπήρχε στον Πιραντέλο. Των ενοχών και της παράνοιας. Τα έργα του ήταν πολύ ακραία αν μπορέσεις να δεις τον πυρήνα τους. Αυτό ήταν το στοίχημα, αλλά στο θέατρο βαθαίνεις με τον καιρό. Δυστυχώς η δουλειά μας δεν είναι πια συνυφασμένη με την έννοια του χρόνου, αλλά με την έννοια του εμπορίου και της παρουσίασης. Επιβάλει συγκεκριμένους τρόπους εργασίας και ενασχόλησης με τα πράγματα: ταχύτητα, απλήρωτο χρήμα και άνθρωποι. Οταν τα στοιχήματα μεγαλώνουν κι έχουν να κάνουν πέρα από μια παραστασιογραφία και τη συντήρηση μέσα στη δουλειά, ο πήχυς ψηλώνει και η εποχή μας δεν μπορεί να ανταποκριθεί σ’ αυτόν».

Ο Γ. Περλέγκας μίλησε από τους πρώτους για την εκμετάλλευση στο θέατρο, στην αρχή της κρίσης. «Τώρα η κατάσταση είναι ακόμη χειρότερη. Το τοπίο είναι κατεστραμμένο, θανατερό, συνδυάζεται με τον υπερπληθωρισμό των παραστάσεων που αντίκειται σε μια δουλειά που έχει κάτι χειρωνακτικό. Δεν μπορεί να υπάρξει πια το μοντέλο του Λευτέρη Βογιατζή που έκανε 8 μήνες πρόβες».

Λέει πως με μεγάλο κόστος έκανε φέτος δύο σκηνοθεσίες. «Υπήρξαν στιγμές που βοήθησαν η μία την άλλη, με μετάγγιση ιδεών. Ωφελήθηκα να σκέφτομαι τον Πιραντέλο σκηνοθετώντας το ισπανικό έργο, αλλά αισθάνομαι πως δεν μου επιτρέπεται να κάνω τη δουλειά μου όπως έμαθα να την κάνω». Σε αυτό το δύσκολο θεατρικό τοπίο που περιγράφει, θεωρεί πως «δεν υπάρχει καμία ελπίδα, γιατί υπάρχουν κακά προηγούμενα». «Οταν μεγάλοι πρωταγωνιστές δέχονται να μην πληρώνονται τις πρόβες τους, πώς θα τις διεκδικήσει η γενιά μου κι ακόμη περισσότερο οι νεότεροι; Σε αυτή τη δουλειά όλα επιτρέπονται από τη στιγμή που υπάρχει η δόξα».

Η πρότασή του συνδέει το έργο του Πιραντέλο με τον Δάντη και το «Καθαρτήριο». «Επιρροή που δεν κατονομάστηκε στην παράσταση». Ετσι κάποια σημεία απ’ όσα εξήγησε για την ιδέα του σε συνεντεύξεις που προηγήθηκαν έμειναν ως αναφορές. «Αν είχα διπλάσιο χρόνο για πρόβες, θα μπορούσε να πραγματωθεί».

Το «Μισά μισά» είναι ένα τελείως διαφορετικό έργο. Σύγχρονο και οικείο. «Προσπαθήσαμε να καταλάβουμε τι είναι αυτό που οδηγεί δυο ενηλίκους να τσακώνονται για τη μητέρα τους, πάνω στον θάνατό της, ενώ αυτή τους καλεί μέσα από ένα κουδούνι. Είναι δύο ήρωες παγιδευμένοι στον παιδισμό τους. Ετσι αντιμετωπίσαμε το έργο κι όχι ακριβώς σαν μαύρη κωμωδία. Δυο αδέρφια που φθάνουν σε εμφύλιο και κατηγορούν την κατάκοιτη μάνα τους, την πατρίδα τους ενδεχομένως, ενώ παίρνουν όλα τα οφέλη απ’ αυτήν».

Το καλοκαίρι ο Γ. Περλέγκας παίζει στη «Φαίδρα» του Ρακίνα που σκηνοθετεί η Εφη Θεοδώρου στη Μικρή Επίδαυρο. Τι είναι γι’ αυτόν η σκηνοθεσία, που ακολούθησε τυχαία; «Ηταν το όχημα μου για να γλιτώσω από τις αδύναμες πλευρές του εαυτού μου. Στο μυαλό μου συνδέω τη σκηνοθεσία μόνο μέσα από μια ερμηνευτική διαδικασία, και μέσα από την παραδοχή ότι οι ηθοποιοί μπορούν να υπάρξουν με τις κατάλληλες συνθήκες και χωρίς τον σκηνοθέτη».