ΘΕΑΤΡΟ

Ο Νικολά δεν χαμογελά πια…

gkat_15_0602_page_1_image_0007

«Το ποσοστό του μέσου χρόνου που ένας πατέρας βλέπει το παιδί του στον δυτικό κόσμο είναι μόλις 12 λεπτά την ημέρα. Είναι αλήθεια! Η σύγχρονη κοινωνία δεν έχει χρόνο να αφιερώσει στα παιδιά. Είναι απασχολημένη με την καριέρα της, με τα δικά της προβλήματα». Πραγματικά, είναι σοκαριστική αυτή η αναφορά του Λάζαρου Γεωργακόπουλου, όταν έχεις δει τον «Γιο», την παράσταση στην οποία πρωταγωνιστεί ο ηθοποιός στο Θέατρο του Νέου Κόσμου. 

Και αυτό διότι ανατρέχεις στα τραγικά λάθη που έχουν κάνει οι δύο γονείς σε σχέση με την ασθένεια του παιδιού τους, του Νικολά, που ζητεί εναγωνίως βοήθεια, ένα χέρι να του δώσει στήριγμα. Το έργο του Γάλλου Φλοριάν Ζελέρ, σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου, παρουσιάζει σε ρυθμούς θρίλερ μία καθημερινή ιστορία. Ο Νικολά είναι 17 χρόνων, παιδί χωρισμένων γονιών κι η ζωή μοιάζει να τον βαραίνει. «Δεν είναι πια το λαμπερό παιδί που χαμογελούσε όλη την ώρα. Τι έχει πάθει; Και γιατί δεν πάει πια στο σχολείο;» αναρωτιέται η μητέρα του (Δέσποινα Κούρτη). Ο Νικολά σε λίγους μήνες πρόκειται να δώσει απολυτήριες εξετάσεις, αλλά στην ουσία έχει παρατήσει το σχολείο. Σε μία προσπάθεια να βρει μια λύση, ζητεί να πάει να μείνει με τον πατέρα του, ο οποίος έχει παντρευτεί δεύτερη φορά και η γυναίκα του (Aννα Καλαϊτζίδου) έχει γεννήσει πρόσφατα ένα αγοράκι. Το πείραμα της συμβίωσης στο σπίτι του πατέρα φαίνεται πως αποδίδει. Είναι τελικά έτσι;

«Υπάρχουν πολλά σκοτεινά σημεία σε κάθε οικογένεια» παρατηρεί ο 30χρονος Δημήτρης Κίτσος, που ερμηνεύει τον ρόλο του Νικολά. «Οι άνθρωποι – έφηβοι ή και μεγαλύτεροι– πιστεύουμε ότι μπορούμε να αλλάξουμε τα πράγματα με τη δική μας δύναμη. Πολλές φορές δεν τολμάμε να παραδεχθούμε ότι χρειαζόμαστε βοήθεια και πέφτουμε σε λάθη και επιβαρύνουμε την κατάσταση. Και επίσης, μην ξεχνάμε ότι ο Νικολά έχει μεγαλώσει σε μία προστατευμένη κατάσταση, η οποία όπως αποδεικνύεται στην πράξη τον έχει κάνει ευάλωτο», προσθέτει ο Δημήτρης. 

Το έργο διαπραγματεύεται τις σχέσεις γονιών-παιδιών αλλά και την παραδοχή της ασθένειας, και δη της ψυχικής, ενός μέλους από τα υπόλοιπα της οικογένειας. Είναι χαρακτηριστικό ότι τρεις ενήλικοι προσπαθούν με αδέξιο τρόπο να σώσουν έναν έφηβο, που απορρίπτει επίσης την ψυχιατρική βοήθεια από τον γιατρό (Γιώργος Μακρής). «Eνας άνδρας μεγαλώνοντας ποτέ δεν παύει να είναι ο γιος ενός άλλου άνδρα. Τα βιώματα κάθε πατέρα φωτίζουν τον δρόμο για να φερθεί ανάλογα και στον δικό του γιο» παρατηρεί ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος, και ο Δημήτρης Κίτσος συμπληρώνει πως τόσο στο θεατρικό έργο αλλά και στη ζωή «υπάρχουν σημεία που ο πατέρας προβάλλει τις δικές του επιθυμίες στο παιδί του, και αυτό μπορεί να προκαλεί βάρος στο παιδί. Ο Νικολά είναι ενοχικός και δεν θέλει να ενοχλεί, εν μέρει και επειδή φοβάται μήπως δεν ανταποκριθεί στις επιθυμίες των γονιών του».

«Οι γονείς αρνούνται πολλές φορές να παραδεχθούν την ψυχική ασθένεια του παιδιού τους. Επειδή δεν θέλουν να παραδεχθούν ότι η συνέχεια του εαυτού τους έχει κάποιο πρόβλημα. Είναι τεράστια ματαίωση αυτό. Αλλά είναι και μία ολόκληρη κοινωνία που δεν αποδέχεται την ψυχική ασθένεια», λέει ο κ. Γεωργακόπουλος και τονίζει: «Προσπαθείς να βρεις εξηγήσεις, να αντιμετωπίσεις το πρόβλημα με την αγάπη, αλλά δεν είναι πάντα τόσο απλά τα πράγματα…».

«Ο γιος» παρουσιάζεται στο Θέατρο του Νέου Κόσμου, Τετάρτη με Κυριακή.