ΘΕΑΤΡΟ

Δύσκολο καλοκαίρι για τους «Πέρσες»

Δύσκολο καλοκαίρι για τους «Πέρσες»

Περνώντας από την πύλη του «Σχολείον» της Ειρήνης Παππά στο Μοσχάτο, η εικόνα δεν θυμίζει σε τίποτα την πολύβουη οδό Πειραιώς, τις κόρνες των ανυπόμονων οδηγών μέσα στο ζεστό αθηναϊκό μεσημέρι. Χαρούμενα αγόρια και κορίτσια ανταλλάσσουν πειράγματα στην αυλή, άλλα ξεκουράζονται κάτω από τα πεύκα σε ένα διάλειμμα των εξετάσεων, αφού εδώ στεγάζεται η σχολή υποκριτικής τέχνης και το τμήμα σκηνοθεσίας του Εθνικού Θεάτρου. Σε μια απλωσιά, δύο κορίτσια εξασκούνται στην ξιφασκία.

Ο διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου Δημήτρης Λιγνάδης μάς υποδέχεται λίγη ώρα πριν ξεκινήσει την καθιερωμένη πρόβα των «Περσών» που θα παρουσιαστούν στις 24, 25 και 26 Ιουλίου, στο φεστιβάλ της Επιδαύρου, το οποίο φέτος –για πρώτη φορά στην ιστορία του– θα είναι συρρικνωμένο. «Παρ’ όλα αυτά το Εθνικό Θέατρο θα έχει διπλή παρουσία αυτό το καλοκαίρι» λέει με αισιοδοξία, θυμίζοντας ότι εκτός από την τραγωδία του Αισχύλου που σκηνοθετεί ο ίδιος, θα δούμε και τη «Λυσιστράτη» του Αριστοφάνη. Με συνθήκες πρωτοφανείς, εξαιτίας της πανδημίας.

Με επιτρεπόμενη πληρότητα έως 75%, όπως συνέστησε το υπουργείο Πολιτισμού, θα έπρεπε στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου να δοθούν 7.000 θέσεις, αφού χωρά συνολικά 9.500 θεατές. Ομως, η φιλοξενούσα αρχή, το Ελληνικό Φεστιβάλ, αποφάσισε να καλυφθούν μόνο οι 4.000 θέσεις μέχρι στιγμής. Δηλαδή το 42% του θεάτρου, προσθέτοντας εκτός από το διήμερο  Παρασκευής – Σαββάτου και την Κυριακή. Ηδη ξεκίνησε η προπώληση με 45, 20 και 10 ευρώ. Υπάρχει ευτυχώς και το υπαίθριο θέατρο του Εθνικού Θεάτρου στο «Σχολείον» της Ειρήνης Παππά, όπου θα παρουσιαστούν οι δυο παραγωγές, κυρίως η «Λυσιστράτη» που σκηνοθετεί ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος. «Δεν αποκλείεται η παράσταση να πάει όπου ζητηθεί, όπου την αγοράσουν. Είμαστε ανοιχτοί». Οσο για τους «Πέρσες» θα παιχτούν σε αρκετά περιφερειακά θέατρα.

«Φέτος, η κατάσταση είναι ιδιόμορφη», λέει ο Δημήτρης Λιγνάδης που αποτιμά τη ζημία για το τρίμηνο της καραντίνας στις 450.000 ευρώ. «Ξεκινάμε με μία γερή οικονομική γροθιά στο στομάχι. Περνάμε ένα καλοκαίρι μεγάλης ώσμωσης. Το καλοκαίρι, θα είναι μάλλον δυσάρεστο, με λίγα έσοδα. Θα είναι οδυνηρό, αλλά και μία πρόκληση. Οι κρατικές σκηνές είναι τραυματισμένες, σε ένα βαθμό, όμως συνεχίζουμε. Πρέπει επίσης να είμαστε ρεαλιστές, επειδή διαχειριζόμαστε δημόσιο χρήμα. Οταν κάνουμε προϋπολογισμό στο Εθνικό Θέατρο, υπολογίζουμε με το 40%. Λέμε, αν είχα 40% πληρότητα πόσα έσοδα θα είχα; Ομως, τώρα, κάνουμε προϋπολογισμό με το 40% του 40% της πληρότητας. Δεν έχω απογοητευθεί, απλώς έχω δυσκολευτεί».

Του θυμίζω ότι οι συνάδελφοί του, της ελεύθερης αγοράς, αντιμετωπίζουν μεγαλύτερο πρόβλημα. Συμφωνεί: «Είναι μετέωροι. Από την άλλη το Εθνικό, ως κρατικός φορέας, κουβαλάει τα βαρίδια ενός κακώς εννοούμενου Δημοσίου. Εχει συγκεκριμένες συλλογικές συμβάσεις, απασχολεί πάρα πολλούς εργαζόμενους – για να μην μπούμε στην κουβέντα αν τους χρειάζεται όλους, πολλούς αορίστου χρόνου, πολλούς ορισμένου χρόνου, συμβόλαια που είναι μεγάλα στον αριθμό και στη διάρκειά τους».

Ηδη, ζήτησε έκτακτη επιχορήγηση από την υπουργό Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη. Εκτός από το ποσόν των 2.400.000 ευρώ του χειμώνα, τώρα λόγω κορωνοϊού, ζήτησε ακόμη 1 εκατ. ευρώ. Θυμίζουμε ότι για να λειτουργήσει το Εθνικό, χρειάζεται περίπου 8,5 εκατ. ευρώ υπό κανονικές συνθήκες, όταν η επίσημη επιχορήγηση που λαμβάνει είναι 6 εκατ. ευρώ. «Ξέρω ότι η μέριμνα της κ. Μενδώνη είναι μεγάλη, συμμερίζεται την κατάσταση που αντιμετωπίζουν οι κρατικοί φορείς, όμως δεν γνωρίζω αν είναι δικό της θέμα».

Η νέα σεζόν

Ο χειμώνας θα ξεκινήσει με τα έργα που δεν πρόλαβαν να ανέβουν, προγραμματισμένα κατά 80% από την προηγούμενη διοίκηση, με εξαίρεση  τα «Μαθήματα πολέμου». Και από τα νέα σχέδια, κάποια έργα της νέας περιόδου δεν θα πραγματοποιηθούν ή θα μετατεθούν το 2021-2022, όπως ο «Φάουστ» με τον Γιώργο Κιμούλη και η συνεργασία με τον Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη. «Δουλεύοντας από τα 18 μου στο θέατρο, γνωρίζω ότι δεν μπορεί να γίνουν όλες οι ιδέες. Ο κορωνοϊός χτύπησε και άλλες εργασιακές ομάδες και μάλιστα αγριότερα. Οπότε, λέω στον εαυτό μου “και τι θα πάθεις ρε Λιγνάδη που δεν θα γίνουν όλες οι δουλειές που σχεδίασες; Εδώ ο κόσμος χάνεται”». Βέβαια και ο ίδιος, μετρά απώλειες: «Από τα 3 χρόνια της θητείας μου ουσιαστικά έχω 1,5».

Λέει ακόμη, ότι με το που ξέσπασε η υγειονομική καταιγίδα, «άρχισα να βλέπω κάποια επικίνδυνα δίπολα, μανιχαϊστικά: οι βολεμένοι και οι άτυχοι, οι εργαζόμενοι και οι άνεργοι, η κακιά πολιτεία και οι καλοί καλλιτέχνες. Κι εγώ ως πρόσωπο και ως θεσμός βρέθηκα στο επίκεντρο. Είμαι ηθοποιός και σκηνοθέτης, ιδιότητα που δεν θα απολέσω ποτέ, αλλά από την άλλη είμαι διορισμένος από μια εποπτεύουσα αρχή με την οποία είμαι σε διαρκή συνεννόηση. Ισως έγινα λίγο αντιπαθής στους συναδέλφους μου. Αυτό είναι δυσάρεστο γιατί είναι μια παρερμηνεία, αλλά δεν μου χαλάει τον ύπνο, διότι δεν πρόδωσα τις αρχές μου. Τον ύπνο μου χαλάνε προσωπικά πράγματα και οι ψευδεπίγραφοι αγωνιστές ένθεν και ένθεν».

Τον ρωτάω γιατί καταφέρεται, συχνά τελευταία, εναντίον της Αριστεράς, παρότι μεγάλωσε σε ανάλογο περιβάλλον; «Δεν θέλω τον μαϊμού αγωνιστή, ούτε την ντεμέκ επανάσταση. Επανάσταση σημαίνει αίμα, τόλμη, ξεβόλεμα, αγώνας. Θέλω το Αριστερά να γράφεται με Α κεφαλαίο». Η συζήτηση οδηγείται στη νέα του παράσταση, τους «Πέρσες» (μετάφραση και μετρική διδασκαλία του Θ. Κ. Στεφανόπουλου). Είναι δύσκολο να μην υπάρχει άγγιγμα στην παράστασή του, ρωτάω τον Δημήτρη Λιγνάδη. «Περισσότερο θα δυσκολευθεί με αυτό το θέμα, ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος στη “Λυσιστράτη”. Η παράστασή μου έχει μια κρυφή απαγγελτική ποιητική διάσταση. Κάπως έτσι θα την έκανα και χωρίς κορωνοϊό. Θα ήθελα όμως, σε δυο στιγμές να αγγιχτούν οι ηθοποιοί: Στην επίκληση για τον Δαρείο, όπως θα ήθελα να ακουμπήσουν τα πρόσωπά τους κάτω στο χώμα. Οι “Πέρσες” είναι ένα μάθημα για την ελευθερία και για την αλαζονεία, αλλά, ως θέαμα, είναι ένα εξόχως ποιητικό έργο. Εδωσα τεράστια σημασία στον ποιητικό Αισχύλο. Συχνά στις πρόβες, όταν οι ηθοποιοί λένε ένα κομμάτι  του έργου, τους ζητάω να φωνάζουν δυνατά: Αισχύλε είσαι μεγάλος!».

dyskolo-kalokairi-gia-toys-perses0
Δεκατέσσερα άτομα παίζουν στους «Πέρσες», με πρωταγωνιστές τους Λυδία Κονιόρδου, Νίκο Καραθάνο, Αργύρη Ξάφη και Αργύρη Πανταζάρα. Το έργο θα ανέβει και σε πολλά περιφερειακά θέατρα (Φωτ. ΜΑΡΙΛΕΝΑ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΟΥ)

Στα Σούσα

Η ιστορία διαδραματίζεται στα Σούσα, την πρωτεύουσα των Περσών. Οι γέροντες που έμειναν στα μετόπισθεν, πιστοί φύλακες των ανακτόρων του Ξέρξη, ανησυχούν για τον στρατό τους ο οποίος επιχειρεί να εκστρατεύσει εναντίον της Ελλάδας. Τα κακά προαισθήματα της βασίλισσας Ατοσσας, μητέρας του Ξέρξη και συζύγου του νεκρού Δαρείου, επιβεβαιώνει ο αγγελιαφόρος. Ο περσικός στρατός εξοντώθηκε από τους Ελληνες. Το σκηνικό είναι άχρονο. «Είμαστε μπροστά στον τάφο του Δαρείου, αλλά, αντί για τις έδρες των αρχαίων Περσών με πρόδηλη την αλληγορία που θέλω να κάνω, έχω 30 στασίδια εκκλησίας. Οι Πέρσες είναι με μια ένδυση λευκής ομοιομορφίας και το μόνο αντικείμενο που έχω είναι ένα τεράστιο κοντάρι και ενας Παρθενώνας – σουβενίρ σε λάθος κλίμακα, αγορασμένος από τουριστικό κατάστημα. Τότε βέβαια, δεν είχε κατασκευαστεί ο Παρθενώνας. Θέλω όμως να υπάρχει μια αναφορά που υπενθυμίζει το μεγαλείο της αρχαίας Αθήνας».

Τα λευκά πουκάμισα των Περσών, με κεντημένο πάνω τους από την ταλαντούχα Εύα Νάθενα, κείμενο της παράστασης, εντυπωσιάζουν. «Τα κέντησε ένα-ένα στο χέρι, μέσα στον κορωνοϊό», λέει ο σκηνοθέτης. Οι Πέρσες όμως, είναι ο χορός, εδώ πολύ ποιητικός. «Δίνοντας τεράστια σημασία στον λόγο, κάποιες φορές θυσίασα την τραγουδιστική τους πλευρά, ενώ η μουσική του Γιώργου Πούλιου είναι σύγχρονη, σχεδόν teck. Μετακλασική όπως μου αρέσει να λέω».

Δεκατέσσερα άτομα παίζουν στους «Πέρσες» με πρωταγωνιστές τους Λυδία Κονιόρδου, Νίκο Καραθάνο, Αργύρη Ξάφη, Αργύρη Πανταζάρα, κ.ά.). Ανάμεσά τους και ένας λυράρης από τη Δράμα. 

«Τέρμα η ανάπτυξη – φούσκα»

Το ελεύθερο θέατρο επιβίωσε στην οικονομική κρίση. Τι θα συμβεί τώρα, στην υγειονομική κρίση; «Τότε επιβίωσε γιατί έπαιξε με πολύ ελεύθερους οικονομικούς όρους. Δεν είμαι σίγουρος αν πληρώνονταν όλοι οι εργαζόμενοι, αν όλες οι αίθουσες πληρούσαν τις προδιαγραφές. Στη νέα κρίση έφυγαν τα προσχήματα της ανάπτυξης – φούσκας του θεάτρου. Σήμερα πρέπει να μετρηθούμε, να ορίσουμε τι εννοούμε εργαζόμενος στην τέχνη. Η τέχνη μας έχει ένα δίπολο: Ενώ πρέπει να είναι απόλυτα ελεύθερη ως δημιουργία, πρέπει ως επάγγελμα να περιφρουρηθεί. Αυτό σημαίνει ισχυρό και απαλλαγμένο από οποιαδήποτε πολιτικά βαρίδια σωματείο. Φυσικά και πρέπει να υπάρχουν συμβάσεις και προστασία, αλλά να ισχύουν παντού, όχι μόνο στους κρατικούς φορείς. Οι εργασιακές μας σχέσεις μπορούν να περιφρουρηθούν, πατώντας στη σύγχρονη πραγματικότητα. Δεν μπορεί να έχουμε σωματεία που συνδιαλέγονται με ορολογία 40 χρόνων πίσω. Είμαστε στην ελεύθερη αγορά. Η ρίζα του προβλήματος είναι η εκπαιδευτική καλλιτεχνική πολιτική. Επίσης, το θέατρο πρέπει να συναντηθεί ξανά με την εκπαίδευση».