ΘΕΑΤΡΟ

«Λυσιστράτη»: Πώς προβάρεται μια συμφιλίωση…

1r8a6275

Μα ναι, βέβαια, η «Λυσιστράτη» του Αριστοφάνη. Το έργο που διδάχθηκε το 411 π.Χ., ενώ ο Πελοποννησιακός Πόλεμος μαινόταν ήδη για είκοσι χρόνια και που έχει ως κεντρική ηρωίδα μια γυναίκα τόσο γενναία, τόσο αποφασισμένη, ώστε παρά τις ανθρώπινες απώλειες και καταστροφές, εκείνη και οι φιλενάδες της επιλέγουν να κηρύξουν αυστηρότατη σεξουαλική αποχή, μπας και βάλουν μυαλό οι μπουνταλάδες οι άνδρες τους. Πρόκειται το δίχως άλλο, για ένα έργο αντιπολεμικό. Φεμινιστικό, θα λέγαμε.


Το πρώτο που εντυπωσιάζει τον θεατή ο οποίος αντικρίζει τη σκηνή είναι ένα τοπίο έρημο, χτυπημένο, με μια ντουζίνα κρατήρες να χάσκουν απειλητικά. 

Ναι, αλλά τότε, γιατί όποιος εισέρχεται μια οποιαδήποτε Τρίτη στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου στο Νέο Φάληρο, εκεί όπου ο θίασός του ετοιμάζεται για την παράσταση της «Λυσιστράτης» που θα ανεβάσει σε λίγες μέρες στην Επίδαυρο, το πρώτο που αντικρίζει στη σκηνή είναι ένα τοπίο έρημο, χτυπημένο, με μια ντουζίνα κρατήρες να χάσκουν απειλητικά; Ποιος ξέρει, ίσως στα καμαρίνια, το κλίμα να θυμίζει περισσότερο κωμωδία. Ιδού λοιπόν, οι μακιγιέρ, αν και φορούν μάσκες, βάφουν τις πρωταγωνίστριες με ζωηρά χρώματα, συζητώντας ανάλαφρα μαζί τους. Τα κουστούμια στις κρεμάστρες, εκείνα που φοριούνται ήδη, φαίνονται επίσης ευχάριστα. Λίγο παραδίπλα, περιμένουν υπομονετικά και αμίλητα, κάτι μεγάλα και στρουμπουλά προσωπεία. Κι όμως, μια ακόμα ματιά σε εκείνους τους κρατήρες, σε προβληματίζει: είναι γεμάτοι κουρέλια.


«Eνα έργο για την απόφαση να πεις “φτάνει, θα βρω ένα τρόπο να συμφιλιωθώ με αυτό το εμπόδιο, είτε πρέπει να υποχωρήσω, είτε πρέπει να το αποδεχθώ», σημειώνει ο σκηνοθέτης της παράστασης Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος, τον οποίο βλέπουμε αριστερά να καθοδηγεί τους ηθοποιούς. 

«Αλίμονο αν ένα έργο έχει αποφασίσει να μιλήσει για ένα μόνο πράγμα. Θα σήμαινε ότι είναι στρατευμένο και η στρατευμένη τέχνη ποτέ δεν υπήρξε υψηλή», λύνει τις απορίες μας ο σκηνοθέτης της παράστασης, ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος. Στην ανάγνωσή του, η «Λυσιστράτη» μιλάει για την ανθρώπινη απελπισία σε μια εμπόλεμη κατάσταση και κυρίως για τη μεγάλη απόφαση να ελπίσεις με όποιο κόστος, να σηκωθείς και να τολμήσεις να συμφιλιωθείς. Με τι ακριβώς; «Με τα πάντα. Iσως είναι δική μου προβολή, αλλά ένα έργο για τη συμφιλίωση με ό,τι μας εμποδίζει, όπως και αν το ονομάζουμε, ένα έργο για την απόφαση να πεις “φτάνει, θα βρω ένα τρόπο να συμφιλιωθώ με αυτό το εμπόδιο, είτε πρέπει να υποχωρήσω, είτε πρέπει να το αποδεχθώ, γιατί αυτό που συμβαίνει είναι παράλογο και δεν οδηγεί πουθενά”, ένα τέτοιο έργο λοιπόν, με αφορά πολύ».

Τεχνικά μιλώντας, αυτό με το οποίο έχει ήδη συμφιλιωθεί ο θίασος, είναι το υγειονομικό πρωτόκολλο. Το αποψινό πρόγραμμα έχει γύρισμα του διαφημιστικού τρέιλερ της παράστασης, αυτό όμως δεν σημαίνει χαλάρωση. Ολο και κάποιο αντισηπτικό θα μυρίσει, όλο και μια συζήτηση θα γίνει από απόσταση, για να προστατευτεί κάποιο οικείο, ευπαθές πρόσωπο. Την επίδραση τέτοιων μέτρων στο όλο εγχείρημα, την εξηγεί καλά η Στεφανία Γουλιώτη. «Μας δυσκόλεψαν στο στήσιμο της παράστασης, αλλά βέβαια, η ελευθερία ορίζεται και ως έλευση των ορίων και μέσα σε αυτά τα όρια, μπορείς ακόμα να είσαι ελεύθερος. Διαφορετικά ελεύθερος», λέει.

Η δύναμη της Καλονίκης

Κάτι παρόμοιο θα μπορούσε να πει κανείς και για τον ρόλο της, τον ρόλο της Καλονίκης, που στο κείμενο είναι κολλητή της Λυσιστράτης, αλλά στην παράσταση η σχέση τους είναι πιο ζωντανή. «Είναι φιλική αλλά και ανταγωνιστική, έχει αγάπη αλλά και μίσος και το γεγονός ότι μπορούμε να εμπιστευθούμε η μία ηθοποιός την άλλη στη σκηνή, είναι και κομμάτι της σχέσης των χαρακτήρων. Από την άλλη, η Καλονίκη είναι μια γυναίκα που αντιλαμβάνεται τη δύναμη που έχει και τη χρησιμοποιεί δημιουργικά για να αλλάξει τον κόσμο».

Θα έλεγε κανείς ότι τόσες αντιθέσεις, απαιτούν πολλές πρόβες για να συμφιλιωθούν. Στην αποψινή πάντως, συνυπάρχουν ομαλά. Δείτε για παράδειγμα πως κάποια στιγμή συγκεντρώνονται στη σκηνή οι γυναικείοι χαρακτήρες, πως μέσα σε δευτερόλεπτα εναλλάσσουν συναισθήματα όπως θυμό και αγάπη, πως τη μια στιγμή φωνάζουν και αμέσως μετά σωπαίνουν, όσο η κάμερα τραβάει πλάνα. Ο Παπασπηλιόπουλος κατευθύνει τους πάντες αποφασιστικά αλλά και με χιούμορ και όπως μεταβιβάζει την τεχνική οδηγία «δώσε μας γκρουπ 4 στο 70», έτσι απευθύνει και την παραίνεση «πάμε άλλη μία, ρε Βικάκι».

Τα έχει κάτι τέτοια η συνύπαρξη· το διαπιστώνει κανείς και στο ζευγάρι της «Λυσιστράτης», τον Κινησία και τη Μυρρίνη. Κινησίας, ο Νίκος Ψαρράς: «Ο ήρωας λείπει στον πόλεμο κι όταν επιστρέφει διεκδικεί τη γυναίκα του ξαναμμένος, αλλά με μια βεντάλια συναισθημάτων πλούσια και όμορφη. Γιατί ο άνθρωπος που αγαπά, περνά από όλα τα στάδια. Θυμό, ερωτική επιθυμία, συγκίνηση και κυρίως από νοσταλγία για τις όμορφες στιγμές», λέει ο ηθοποιός. Μυρρίνη, η Αγορίτσα Οικονόμου: «Είναι πολύ ερωτευμένη μαζί του, όταν όμως της λέει “έλα στο κρεβάτι μας”, η Μυρρίνη σκέφτεται πως αν αντισταθεί ειδικά αυτή, τότε κάτι θα έχουν καταφέρει οι γυναίκες». Και δεν συνιστά αυτό φεμινιστική νίκη; «Νομίζω ότι είναι κάτι βαθύτερο από τα φύλα, που φτάνει στην ανθρώπινη ρίζα. Εχει να κάνει με την επιθυμία σε μια δύσκολη κατάσταση. Το ζευγάρι πρέπει να συμφιλιωθεί με το πόσο εκτός του ελέγχου τους είναι τα πράγματα. Πρέπει να συμφιλιωθεί ο καθένας με τον εαυτό του, με τον άλλον».


Η Στεφανία Γουλιώτη (πάνω) στον ρόλο της Καλονίκης και η Βίκυ Σταυροπούλου (κάτω) που στην πρώτη της εμφάνιση στην Επίδαυρο ερμηνεύει τη Λυσιστράτη. 

Και όταν λέμε με τον «άλλον», εννοούμε και τον ίδιο τον εχθρό. Τους Σπαρτιάτες εν προκειμένω, άνδρες και γυναίκες, όπως τη Λαμπιτώ, στην οποία η Λυσιστράτη προτείνει επίσης να κηρύξει ερωτική απεργία, στη δική της πόλη. «Είναι ρηξικέλευθη η επιλογή του Αριστοφάνη, εν μέσω του πολέμου και ενώ έχουν συμβεί τόσο τρομακτικά πράγματα, να παρουσιάσει στη σκηνή τον εκπρόσωπο του εχθρού», λέει η Βίκυ Βολιώτη, που υποδύεται τη Σπαρτιάτισσα γυναίκα. «Είναι η συμφιλιωτική κίνηση της Λυσιστράτης που τις φέρνει κοντά. Ποτέ δεν είναι εύκολο να συμφιλιώνονται οι άνθρωποι με ό,τι τους απομακρύνει από τα “θέλω” και τις επιθυμίες τους. Οφείλουμε όμως να το κάνουμε, ακόμα και με τις αντιφάσεις μας, με τους άλλους. Να λέμε συγγνώμη, να δίνουμε το χέρι, όσα και αν μας χωρίζουν».

Η Βίκυ Σταυροπούλου μοιάζει να έχει γεφυρώσει μέσα της τη συγκίνηση και τον ενθουσιασμό, με την αγωνία και το αίσθημα τιμής που συνοδεύουν την πρώτη της εμφάνιση στην Επίδαυρο. Ο χαρακτήρας που ερμηνεύει έχει ανάλογες ιδιότητες. «Η Λυσιστράτη είναι μια γυναίκα που παρόλες τις κακουχίες του πολέμου, αισιοδοξεί, ελπίζει. Με άξονα το καλό πετυχαίνει αυτό που φέτος έχουμε περισσότερο ανάγκη ποτέ: τη συμφιλίωση των ανθρώπων σε δύσκολους καιρούς», λέει. «Οφείλουμε να συμφιλιωνόμαστε με τον εαυτό μας και με τους άλλους. Το να κατακρίνουμε τον άλλον, είναι ο εύκολος και άγονος δρόμος. Χρειάζεται ένα άνοιγμα ψυχής για να τον συμμεριστούμε, για να γίνουμε μια μεγάλη αγκαλιά, γιατί μόνο έτσι πετυχαίνουμε πράγματα».

Η κανονικότητα

Ο μόνος που φαίνεται να δυσκολεύεται είναι ο «Πρόβουλος». Προς θεού, όχι ο Γιάννης Κότσιφας που τον υποδύεται – εκείνος αισθάνεται ευλογημένος και τυχερός για την επιστροφή στην ενεργό δράση μετά από όσα έχουν συμβεί, τα οποία, τονίζει, «προσθέτουν κι έναν επιπλέον παρονομαστή στο εγχείρημα». Ο χαρακτήρας του όμως, υπεύθυνος για την πάταξη της επανάστασης των γυναικών και για τα οικονομικά της πόλης, «είναι ο άνθρωπος που όταν η κανονικότητά του κλυδωνίζεται, προσπαθεί απλώς να την επαναφέρει. Δεν ακούει τη Λυσιστράτη, είναι απόλυτος στις σκέψεις του και πιστεύει ότι μόνο μέσα από τον πόλεμο θα σωθούμε».

Αν αυτό το τελευταίο μας θυμίζει κάτι, μέρες που είναι, ας προσπαθήσουμε να δούμε την αστεία του πλευρά. Ισως την εντοπίσουμε στο κωμικά αντρίκειο βάδισμα του «Πρόβουλου», όταν ο σκηνοθέτης του ζητά να εισέλθει στη σκηνή, ώστε η κάμερα να καταγράψει και μερικές δικές του σκηνές. Κατόπιν ακούγονται κι άλλες οδηγίες και ο «Πρόβουλος», όσο κι αν ωρύεται, βγαίνει έξω σηκωτός από τις γυναίκες, προκαλώντας σε πολλούς της ομάδας ένα γέλιο ανακουφιστικό, μάλλον δυσεύρετο σε θεατρική πρόβα. Σύντομα, η «Λυσιστράτη» αρχίζει να πετυχαίνει τον στόχο της, αλλά με μια αμφιταλάντευση που την κάνει όχι γενναία και αποφασισμένη, αλλά ανθρώπινη. Τελικά, ακόμα κι εκείνα τα κουρέλια στους κρατήρες, θα μεταμορφωθούν. Και ενώ η κάμερα συνεχίζει να γράφει, ο θίασος θα αναζητήσει τη σωστή θέση, τη σωστή οπτική γωνία, ώστε στο πλάνο να χωρέσουν όλοι.

Εθνικό Θέατρο, 31/7 – 2/8, Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου.