ΘΕΑΤΡΟ

Οι «Βάκχες» στην παιδική χαρά, με δικά τους έξοδα

vakxes-1

Πολλοί ίσως τον θεωρούν έναν σκηνοθέτη ριψοκίνδυνο, που διαρκώς επιχειρεί νέες αναγνώσεις των θεατρικών κειμένων. Κάποιες προσεγγίσεις του, όπως στα έργα «Ο δρόμος περνά από μέσα» του Ιάκωβου Καμπανέλλη ή «Αίαντας» και «Οιδίπους Τύραννος» του Σοφοκλή (για τα δύο τελευταία τιμήθηκε με το βραβείο «Κάρολος Κουν»), μάλλον το επιβεβαιώνουν. Oμως ο Χρήστος Σουγάρης έχει και αρκετές σταθερές: «Υπάρχει ένας αριθμός έργων που μου “μιλούν” και από τότε που αποφάσισα να αφηγούμαι ιστορίες ως σκηνοθέτης, θέλω να εκφράζομαι ερμηνεύοντάς τα», λέει. «Τις “Βάκχες” τις έχω ερμηνεύσει και ως ηθοποιός. Είναι ένα έργο που το αγαπώ από τα χρόνια της σχολής».

Οταν λέει «σχολή», εννοεί τη Δραματική του ΚΘΒΕ, στην οποία φοίτησε. Hδη από τότε, η τραγωδία του Ευριπίδη τού είχε δημιουργήσει «μια εφιαλτική αίσθηση, αλλά με έναν παιγνιώδη τρόπο». Iσως έφταιγαν οι πολλές μεταμορφώσεις: του θεού Διονύσου σε άνθρωπο, του βασιλιά Πενθέα σε γυναίκα, της μητέρας του, Αγαύης, σε άγρια μαινάδα. «Υπάρχει ένα ολόκληρο θεατρικό σκηνικό παιχνίδι, το οποίο αποφάσισα να πλαισιώσω με μια παιδική χαρά, τον κατ’ εξοχήν χώρο όπου γιορτάζει η παιδικότητα και όπου μαθαίνουμε τους πρώτους κανόνες συμπεριφοράς», εξηγεί ο Σουγάρης. «Στο έργο έχουμε δύο νεαρές οντότητες, τον Πενθέα και τον Διόνυσο, κι αυτό νομίζω ότι ξεκλειδώνει τα πάντα. Oταν έχεις να κάνεις με την αψιμαχία δύο νεαρών οντοτήτων, τότε το πλαίσιο μπορεί να είναι μια παιδική χαρά και μάλιστα παρηκμασμένη, γιατί δεν υπάρχει τίποτα πιο εφιαλτικό».

Πόσες όμως ερμηνείες αντέχει το αρχαίο δράμα; «Οσες και οι καλλιτέχνες επί Γης. Αν είχαμε μπροστά μας εκατό σκηνοθέτες –μελετημένους, τίμιους, παθιασμένους, όχι αντιγραφείς παραστάσεων του εξωτερικού–, οι οποίοι αναλάμβαναν εκατό σκηνοθεσίες των “Βακχών”, τότε θα είχαμε εκατό ερμηνείες, με κάποια κοινά, αλλά συνολικά διαφορετικές», αποκρίνεται. Κατά τη γνώμη του, κάτι αντίστοιχο ισχύει και με το ρίσκο που αντέχει να πάρει ένας σκηνοθέτης: «Το ρίσκο είναι κατ’ αρχήν φυσικό επακόλουθο του καλλιτέχνη. Η ιδιότητά του είναι ένα ρίσκο σε σχέση με το μέλλον του. Στις σκηνοθεσίες πάλι, δεν είναι αυτοσκοπός. Παίρνω ρίσκο επειδή δεν μπορώ διαφορετικά. Αν μου ζητούσαν να σκηνοθετήσω σε ένα πλαίσιο είτε βαριά ακαδημαϊκό είτε μεταμοντέρνο, θα ήταν πέρα από την αισθητική και την αντίληψή μου. Ο,τι λοιπόν ίσως φαίνεται ριψοκίνδυνο για μένα είναι απλή ανάγκη».

Η παράσταση θα ανέβει στο «Σχολείο της Αθήνας-Ειρήνη Παπά», την ερχόμενη Δευτέρα και Τρίτη, και στο Ηρώδειο στις 3 Σεπτεμβρίου. Ερμηνεύουν μεταξύ άλλων οι Δημήτρης Hμελλος, Ρούλα Πατεράκη και Μανώλης Μαυροματάκης, ενώ τη βραδιά του Ηρωδείου, πιάνο θα παίζει ο Στέφανος Κορκολής. Φιλόδοξο εγχείρημα, το οποίο ωστόσο ο Χρήστος Σουγάρης, όπως λέει, αυτοχρηματοδότησε. «Εξ ανάγκης, γιατί ενώ απευθύνθηκα σε ιδιώτες παραγωγούς και στην επιτροπή επιχορηγήσεων του υπουργείου, δεν βρήκα ανταπόκριση, χωρίς εξήγηση. Δεν έκανα πίσω όμως και οι καλλιτέχνες με βοήθησαν με τις εργατοώρες και την πίστη τους. Ελπίζω να γίνει παράδειγμα για άλλους δημιουργούς και να μην τα παρατούν όταν βρίσκουν κλειστές πόρτες. Η πολιτεία είχε υποσχεθεί να στηρίξει τον πολιτισμό, όμως οι τόσες ακυρώσεις από δήμους και περιφέρειες είναι σαν χαριστική βολή στο θέατρο».