ΘΕΑΤΡΟ

«Σήμερα ο Αμλετ ρωτάει πώς να ζει»

ba7c0566-cop
xeilakhs-2
xeilakhs-3

Εφτασε στο ραντεβού με την πολλών κυβικών μηχανή του. Τα μαλλιά του Αιμίλιου Χειλάκη ανέμιζαν κατά το ήμισυ, αφού για τις ανάγκες του ρόλου του είναι ξυρισμένο περίπου το μισό κεφάλι του. Από χθες το βράδυ και για 15 παραστάσεις (κάθε Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή) ανέλαβε να παρουσιάσει στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά ένα δύσκολο εγχείρημα: να ερμηνεύσει μόνος αυτός τα πρόσωπα του σαιξπηρικού Αμλετ, που ήδη παρουσίασε στο ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας. «Μόνος με τον Αμλετ» έχει τίτλο αυτή η ξεχωριστή παράσταση των 75 λεπτών, αλλά ο Αιμίλιος Χειλάκης, ώριμος, ευθύς, αλλά πάντα με χιούμορ, σκέφτεται συνεχώς το «μαζί» για τις κινήσεις του.

Συναντηθήκαμε σ’ ένα καινούργιο καφέ στη Ζωοδόχου Πηγής, τον «Βυσσινόκηπο», που ανήκει στον ηθοποιό Περικλή Μουστάκη. Από εκεί ξεκίνησε η συζήτησή μας. Είναι άραγε νομοτέλεια για τις δυσκολίες που περνάει και το επάγγελμα του ηθοποιού μια άλλη καριέρα; «Υπάρχει 95% ανεργία στον χώρο. Αλλά έχουμε χάσει το ποιος είναι ο επαγγελματίας ηθοποιός. Παρ’ όλα αυτά, το 5% που μένει είναι εξαιρετικοί ηθοποιοί. Μιλάμε βέβαια για μια εποχή πενίας, που παρασέρνει και τον καλό και τον κακό σπόρο. Πάντως, μ’ έναν τρόπο, σε αυτό το άλεσμα ξεχωρίζει η ήρα και το στάρι. Ομως το να μπαίνουμε σε διαδικασίες να σκεφτόμαστε πώς μας συνέβη, είναι λάθος. Πρέπει να δούμε τι θα κάνουμε. Εγώ δεν μπορώ πια να σκέφτομαι πώς και τι μας συνέβη. Θέλω να βγω από τη φάση της κατάθλιψης. Και προσπαθώ να πράττω. Και αυτό κάνω τόσα χρόνια τώρα».

Νέες διαδρομές

Και όντως, με την Εταιρεία Θεάτρου «αρτivities» που έχει ιδρύσει με τη σύντροφό του, ηθοποιό Αθηνά Μαξίμου, κάνουν τα τελευταία χρόνια φιλόδοξες και ποιοτικές παραγωγές, «όχι για να παίξουμε αυτό που γουστάρουμε, αλλά για να καλέσουμε ανθρώπους που θέλουμε να παίξουμε μαζί τους. Αυτό θεωρώ ότι είναι η μεγαλύτερη κατάκτηση της κρίσης. Ενεργοποιήθηκαν δημιουργικές δυνάμεις που υπήρχαν μέσα μας κρυμμένες, γιατί, το λέω συνεχώς, η κρίση δεν είναι οικονομική, είναι κρίση μπέσας. Φάνηκε η μη μπέσα του Ελληνα. Και σε αυτή τη νέα κατάσταση δημιουργήθηκαν νέες σχέσεις και τρόποι συνεργασίας».
Κι έτσι προσπέρασε ό,τι δεν έγινε και ανοίχτηκε σε νέες διαδρομές. Και μέσα σε αυτό το πλαίσιο και το ΔΗΠΕΘΕ Πατρών και το Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά τον προσέγγισαν και αποδέχθηκαν την πρότασή του για κάτι που πολύ πρωτότυπο, που πρώτη φορά γίνεται στην Ελλάδα. Παίζει όλους τους ρόλους του «Αμλετ» μόνος του στη σκηνή, σε μια παράσταση που σκηνοθετεί μαζί με τον Μανώλη Δούνια, σε μετάφραση του Γιώργου Χειμωνά. Αλλάζει μόνο σκηνικά στοιχεία και φωτισμούς.

«Στην αρχή το εγχείρημα μου είχε προκαλέσει πανικό, κυρίως για την αντίδραση του κόσμου. Οδηγός μου ήταν οι “Οκτώ γυναίκες”. Και θυμάμαι ότι τα πρώτα λεπτά λειτουργούσε ο κώδικας του άνδρα που είναι ντυμένος γυναίκα. Μετά ο κόσμος παρακολουθούσε την ιστορία. Οταν λοιπόν δεις ότι ένα στέμμα είναι ο βασιλιάς και ένα κουτί με κούκλες είναι η Οφηλία, κάθε φορά που παίρνω το κουτί με τις κούκλες το κοινό σκέφτεται “α, έρχεται η Οφηλία”. Κι επίσης οδηγοί μου ήταν όσα έχω δει και όσα έχω παίξει. Ενα από αυτά ήταν η “Πρώτη ύλη” του Δημήτρη Παπαϊωάννου. Ο Δημήτρης ξαναγύρισε με δύο σώματα, το ένα γυμνό το άλλο ντυμένο, ύστερα από εκείνες τις τεράστιες παραστάσεις που έκανε. Ξαναγύρισε χωρίς φώτα με τα πιο απλά σκηνικά στοιχεία. Κι εκεί υποκλίνομαι».

Η… εκδίκηση

Μήπως ένα ακόμη αποτέλεσμα της κρίσης είναι και η επιστροφή στις απλές και λιτές παραστάσεις; «Είμαστε τέκνα της εποχής μας. Ο μπαμπάς μου, 80 χρόνων, μου λέει: “Μέχρι τα 50 μου τα έβγαζα πέρα με τον μισθό του δημοσίου υπαλλήλου. Από τα 50 μέχρι τα 80 μου βρέθηκα με πάρα πολλά λεφτά. Εγώ ξέρω πώς είναι να είμαι φτωχός. Εσύ δεν ξέρεις”. Πράγματι ζήσαμε μια 30ετία της αποθέωσης της ύλης, που δεν εξυπηρετούσε τίποτα. Τα σκηνικά ήταν τεράστια, οι πληρωμές τεράστιες. Θα μου πεις δεν πληρώθηκες καλά; Πάρα πολύ καλά. Αλλά αν μοίραζαν κάτω από το σπίτι σου τούρτες, θα έλεγες κάνω δίαιτα; Είμαστε παιδιά της εποχής μας, αποπαίδια της, ψυχοπαίδια της, μπάσταρδά της, αλλά το θέμα είναι τι κάνουμε;» και με αυτό το σκεπτικό προσεγγίζει και τον Αμλετ. «Το θεμελιώδες ερώτημά του δεν είναι το να ζει ή να μη ζει, αλλά το πώς να ζει. Είναι ένας σύγχρονος ήρωας, που αναρωτιέται αν είναι προτιμότερο να ζει κανείς άπραγος ή να πεθαίνει πράττοντας. Μου αρέσει να παίρνω τα μεγάλα κείμενα και να αναδρομολογώ την ιστορία τους. Ο Αμλετ είναι δυστυχισμένος γιατί πέθανε ο μπαμπάς του, και η μαμά του παντρεύτηκε τον θείο του. Το φάντασμα του πατέρα του έρχεται και λέει “σκότωσε τον θείο σου, γιατί αυτός με σκότωσε”. Στην παράσταση αυτό που μας νοιάζει είναι η ραχοκοκαλιά της εκδίκησης και γιατί δεν πράττει ο Αμλετ. Και κάπως έτσι είναι η Ελλάδα αυτή τη στιγμή: θέλουμε να εκδικηθούμε όλοι κάτι, αλλά δεν ξέρουμε τι».