ΘΕΑΤΡΟ

Επιστροφή στις επιτυχίες του χθες

epistrofi-stis-epitychies-toy-chthes-2008707

Ανάμεσα στα θεατρικά έργα που τους αξίζει ο χαρακτηρισμός «εμβληματικό», σίγουρα περιλαμβάνεται το μιούζικαλ του 1963 της Τζόαν Λίτλγουντ «Oh What a Lovely War». Κατάφερε να μεταβάλει τη στάση μας απέναντι στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και έγινε η αντίστιξη τόσο στα χαζοχαρούμενα τραγουδάκια όσο και στις φριχτές πολεμικές στατιστικές. Στην αναβίωση του έργου (στο θέατρο Royal Stratford East, έως τις 14 Μαρτίου), ο Τέρι Τζόνσον έχει πλάσει μια νέα, ευφάνταστη παράσταση, η οποία εξακολουθεί να αφήνει τον θεατή συναισθηματικά συγκλονισμένο.

Πολλά έχουν αλλάξει από το 1963. Βομβαρδιζόμαστε τώρα με ντοκιμαντέρ και βιβλία που εξετάζουν τα αίτια και τη διεξαγωγή του πολέμου. Δεν προκαλεί πλέον σοκ να μάθουμε ότι πλήθος στρατιώτες πέθαναν ανώφελα, βυθισμένοι στη λάσπη, στη μάχη του Πασεντάλε, εφόσον έχουμε δει τον Τζέρεμι Πάξμαν να μιλάει γι’ αυτό στην τηλεόραση. Παρότι, όμως, οι περιστάσεις είναι διαφορετικές, η παράσταση του Τζόνσον κρατάει ζωντανή την οργή για τη βλακώδη τακτική του στρατάρχη Ντάγκλας Χέιγκ και τη συμπόνια για τον απλό στρατιώτη, που είχε πυροδοτήσει την αρχική παραγωγή.

Μία από τις καλύτερες στιγμές του έργου είναι η σκηνή των Χριστουγέννων του 1914, όταν οι εγκλωβισμένοι στα χαρακώματα Βρετανοί και Γερμανοί στρατιώτες ανταλλάσσουν τραγούδια και δώρα: ακούγοντας τους Γερμανούς να τραγουδούν την Αγια Νύχτα –Stille Nacht, Heilige Nacht– νιώθεις έναν κόμπο στον λαιμό, που αμέσως μετά διαλύεται στο γέλιο με την απάντηση των Βρετανών, που τραγουδούν το άσεμνο άσμα Christmas Day in the Cookhouse. Αυτά τα αλληλοσυγκρουόμενα συναισθήματα ήταν πάντα το μυστικό της επιτυχίας του έργου, και η παραγωγή του Τζόνσον, με τη βοήθεια εξαιρετικών ερμηνειών από τον 12μελή θίασο, το αξιοποιεί περίφημα. Ο Σον Πρέντεργκαστ αποδίδει ξεκαρδιστικά την περίφημη, εντελώς ακατανόητη σειρά στρατιωτικών παραγγελμάτων, ο Ιαν Μπαρτόλομιου και ο Μάικλ Σίμκινς είναι απολύτως πειστικοί ως στρατιωτικοί ηγέτες αποκομμένοι από την πραγματικότητα, ενώ η ερμηνεία της Κάρολιν Κουέντιν στο προπαγανδιστικό τραγούδι στρατολόγησης «I’ ll Make a Man of You!» είναι γεμάτη λεπτά υπονοούμενα.
Ομολογώ ότι υπήρξαν στιγμές που μου έλειψε η δομημένη ρευστότητα της Τζόαν Λίτλγουντ, αλλά η παραγωγή του Τζόνσον έχει καρδιά και αποκαθιστά τέλεια ένα κλασικό έργο για τη νέα γενιά.

Τζορτζ Οργουελ: «1984»

Δεν είναι καθόλου εύκολο εγχείρημα να δώσεις νέα προοπτική σε ένα γνωστό έργο. Αυτό, ωστόσο, κατάφεραν να κάνουν ο Ρόμπερτ Ικε και ο Ντάνκαν Μακμίλαν ως συνδημιουργοί αυτής της νέας εκδοχής του περίφημου μυθιστορήματος του Τζορτζ Οργουελ. Ενώ, όμως, η παράσταση στο θέατρο Almeida είναι συναρπαστική, εγείρει επίσης μερικά ενοχλητικά ερωτήματα.

Η μεγάλη καινοτομία είναι ότι το παράρτημα του Οργουελ πάνω στις «Αρχές ειδησεολογίας» έχει γίνει ζωτικό μέρος της ιστορίας. Ετσι, η εκδοχή αυτή ολοκληρώνεται με μια συζήτηση, η οποία λαμβάνει χώρα κάποια στιγμή μετά το 2050, με θέμα το νόημα και την αυθεντικότητα του κειμένου. Είναι η αναφορά του Ουίνστον Σμιθ για το Κόμμα και την προσπάθεια να ελέγξει τη σκέψη μας έργο ενός αναξιόπιστου αφηγητή; Ή πρόκειται για ένα χρονικό της ζωής πριν από την πτώση του Κόμματος; Το θετικό αυτής της πλαισίωσης είναι ότι υπονοεί πως η αλλαγή είναι εφικτή και ότι εμείς οι ίδιοι πρέπει να αντισταθούμε στη διάβρωση της ατομικής ελευθερίας.

Ενώ θέτουν σοβαρά ερωτήματα, ο Ικε και ο Μακμίλαν διυλίζουν δεξιοτεχνικά τον πυρήνα της δυστοπικής αφήγησης του Οργουελ. Η αντίσταση του Ουίνστον απέναντι στον Μεγάλο Αδελφό, μέσα από τον ανατρεπτικό έρωτά του για την επίσης ανυπάκουη Τζούλια, διερευνάται με μεγάλη λεπτομέρεια. Η παράσταση διαθέτει επίσης εξαιρετικούς ερμηνευτές, ανάμεσά τους ο Μαρκ Αρεντς, του οποίου ο Ουίνστον θυμίζει παράξενα τον ίδιο τον Οργουελ, και η (ελληνικής καταγωγής) Χαρά Γιαννάς, που ερμηνεύει την αισθησιακή Τζούλια.

Ωστόσο, παρά τον θαυμασμό μου γι’ αυτήν την ευφυέστατη διασκευή, έχω μια γενικότερη ανησυχία. Υπάρχει μεγάλη σειρά θεατρικών έργων, από το «War Horse» μέχρι το «Let the Right One In» και το «American Psycho», που υποδεικνύει ότι το θέατρό μας αντλεί τη δύναμή του από διασκευές παλιότερων βιβλίων και ταινιών. Μερικές από αυτές τις παραγωγές, όπως το «1984», είναι αξιόλογες. Ανησυχώ, όμως ότι το θέατρο έχει αρχίσει να κλίνει περισσότερο προς τις δραματοποιήσεις παρά προς την αυθεντική δραματουργία.