ΘΕΑΤΡΟ

Αναμένοντας το μη αναμενόμενο

anamenontas-to-mi-anamenomeno-2009462

ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΙΟΝΕΣΚΟ
Ρινόκερος
σκηνοθ.: Θωμάς Μοσχόπουλος
Θέατρο: Θησείον

Με τον «Ρινόκερο» (πιο σωστά, «Τους Ρινόκερους», Ντίσελντορφ 1959 και Παρίσι 1960/Theatre de l’ Odeon/Jean Louis Barrault) o Ιονέσκο των μικρών εξωφρενισμών και των παράδοξων, υπονομευτικών σκίτσων εισβάλλει στο μεγάλο, πολιτικό θέατρο. Η μέθοδός του: Ενσταλάζει σε καθημερινές, ρεαλιστικές καταστάσεις το καυστικό υγρό της φαρσικής κριτικής, που τις διογκώνει και τις καθιστά παράδοξες. Μέθοδος γνωστή από τον Αριστοφάνη μέχρι τον Ζαρί. Στον «Ρινόκερο», αυτές οι καθημερινές, ρεαλιστικές καταστάσεις όπως και οι συζητήσεις μεταξύ άχρωμων επαρχιωτών και φυγόπονων υπαλλήλων τραβούν σε μάκρος τόσο, που θα απέβαιναν θανατηφόρα πληκτικές εάν δεν εμφανίζονταν οι ρινόκεροι (και δεν επενέβαινε σκηνοθέτης).

Και ξαφνικά στη μικρή, νωθρή, φαφλατάδικη κοινωνία γίνεσαι μοντέρνος άμα μεταμορφώνεσαι σε ρινόκερο. Αξίζεις αν τσαλαπατάς ανθρώπους, χαϊδεμένους γάτους, κτίρια, θεσμούς, ζωές. Οσο αντίθετοι και αν είναι στην αρχή οι άνθρωποι, σιγά σιγά τους συνηθίζουν και προσχωρούν στις τάξεις τους υιοθετώντας τα γνωστά επιχειρήματα: «Ακολουθώ τη φύση των πραγμάτων», «προσαρμόζομαι στη δυναμική και στη φορά των καιρών», «με πείθει η ορμή των ισχυρών», «υπονομεύω το σύστημα από μέσα», «οι άνθρωποι είναι τα χειρότερα θηρία, χρειάζονται υπερανθρώπους για να τους οδηγούν» κ.λπ. Και αν η επί σκηνής καφκική μεταμόρφωση δύο προσώπων (διόλου τυχαία σπουδαγμένων ή διανοούμενων) σε παχύδερμους, βρυχώμενους ρινόκερους είναι κωμικά τρομακτική, η μαζική ψύχωση, ο οπορτουνισμός, η λοιμώδης δύναμη του κακού φέρνουν ανατριχιαστικούς συνειρμούς.

Ομολογημένη πρόθεση του Ιονέσκο ήταν να περιγράψει τη διαδικασία της ναζιστικοποίησης μιας χώρας, καθώς και τη σύγχυση εκείνου, που από τη φύση του αλλεργικός στη μετάδοση της κάθε «ρινοκερίτιδας», είναι παρών στην πνευματική μεταμόρφωση του συνόλου. Παρών και ο Μπερανζέ, ο ένας-καθένας (άλλων τριών έργων) του Ιονέσκο. Αυτός ο γουντιαλενικός φοβισμένος ανθρωπάκος, με το αναπάντεχο ηθικό ανάστημα και ανθρωπιστικό πείσμα, τελειώνει το έργο με το ασυνείδητα ηρωικό: «Θα υπερασπιστώ την ύπαρξή μου κόντρα σε ολόκληρο τον κόσμο! Είμαι ο τελευταίος άνθρωπος και θα μείνω έτσι ώς το τέλος! Δεν παραδίνομαι!».

Αν το πιο πολυπαιγμένο έργο του Ιονέσκο (σκηνοθετημένο ως φάρσα, δράμα, ντοκιμαντέρ παχύδερμων, αλλά και ως επαναστατικό μανιφέστο ή θρησκευτική παραβολή) διατρέχει κάποιους κινδύνους ισοπέδωσης είναι εξαιτίας της φαινομενικής πολυλογίας του στο πρώτο μέρος, της αντιληπτής μετασκευής του από νουβέλα σε θέατρο, της εμφάνισης κάποιων τύπων στην αρχή δίχως εξέλιξη, της έλλειψης αναγνωρίσιμου χιούμορ και ποίησης. Οι λύσεις του σκηνοθέτη – μεταφραστή Μοσχόπουλου φοβάμαι δεν τους εξαφάνισαν καθώς τόνισαν τη δραματουργική κατασκευή αντί για το συνωμοτικά σαρκαστικό πνεύμα των διαλόγων.

Πίσω από καδράκια με φωτογραφίες – πορτρέτα που τα κρατούν μπροστά στα πρόσωπά τους «εξαφανίζονται» φλυαρώντας οι ηθοποιοί στην αρχή, εξαντλώντας μια πινακοθήκη τέτοιων πορτρέτων (Μαγδαλινή Αυγερινού – Ελλη Παπαγεωργακοπούλου), αλλά σύντομα και το εύρημα. Την ίδια πινακοθήκη αποκαθηλώνουν ηθοποιοί στο τέλος γεμίζοντάς τη σιγά σιγά με φωτογραφίες από ρινόκερους. Τα υπόλοιπα αντικείμενα είναι μαύροι, δερμάτινοι κύβοι που διαρκώς μεταφέρονται από τους ηθοποιούς υποδυόμενοι γραφεία, σκάλες, κρεβάτια. Οσο για τη σκηνική υποδήλωση των ρινόκερων, αυτή ήταν ηχογραφημένοι βρυχηθμοί συνοδευόμενοι από ανέμπνευστες ριπές πούδρας, που έπνιγε κοινό και ηθοποιούς δίχως σπουδαίο αποτέλεσμα.

Μέσα σε αυτό το διαρκές, τώρα-κάτι-πάει-να-γίνει-αλλά, η παράσταση κρατήθηκε σ’ ένα επίπεδο μόνο χάρη στους ηθοποιούς της. Που αρκέστηκαν με αυταπάρνηση σε υποτυπώδεις ρόλους δίχως σκηνοθετική αβάντα όπως ο εξαιρετικά πολύπλευρος Θανάσης Δήμου, ο Γιώργος Παπαγεωργίου, η Ευαγγελία Σαρακατσάνη, αλλά και η εκφραστικότατη Ηρώ Μπέζου στον μεγαλύτερο ρόλο, της Νταίζη. Ο Γιώργος Χρυσοστόμου ως Ζαν και διευθυντής έδωσε όλη την υποκρισία, την οίηση και την κενότητα των ρόλων. Διέπρεψε στην επί σκηνής ρινοκεροποίησή του, με αποκορύφωμα την απογύμνωσή του από κάθε ανθρώπινο στοιχείο πριν ορμήσει προς την αγέλη του. Τέλος, ο πολύ καλός Μπερανζέ του Μαυροματάκη ήταν ό,τι ακριβώς περιμέναμε. Ομως, αυτό που ελπίζουμε από ηθοποιούς του ταλέντου, του εύρους και της διάνοιάς του δεν είναι το μη αναμενόμενο;

Κάτι που έλειψε γενικά από την καλή δουλειά του Θωμά Μοσχόπουλου.