ΘΕΑΤΡΟ

Σκηνοθετώντας πιραντελι-ριακά

skinothetontas-piranteli-riaka-2010486

ΛΟΥΙΤΖΙ ΠΙΡΑΝΤΕΛΟ
Eτσι είναι αν έτσι νομίζετε
σκηνοθ.: Δημήτρης Καραντζάς
θέατρο: Εθνικό (Κεντρική Σκηνή)

Τον πιραντελικότερο Πιραντέλο ανέλαβε να σκηνοθετήσει στο Εθνικό Θέατρο ο πιο νέος και προβεβλημένος σκηνοθέτης του θεάτρου μας, λίγο πριν εισβάλει στην Επίδαυρο φέτος το καλοκαίρι. Εχω δει και παινέψει τέσσερις παραστάσεις του Καραντζά ώς τώρα, αναγνωρίζοντας το αναμφισβήτητο ταλέντο και τις περισκοπικές, πνευματικές του κεραίες.

Στην περίπτωση της παράστασης που δίδαξε στο Εθνικό, έχοντας την εμπιστοσύνη και τη σύμπραξη ενός πρώτης τάξεως θιάσου, φάνηκε για πρώτη φορά ο κίνδυνος εκτροχιασμού του ίδιου του χαρίσματός του. Θεωρώ πολύ νωρίς για έναν 26χρονο καλλιτέχνη και διανοούμενο να αποκτά μανιέρα αν δεν έχει πέσει θύμα των εγκωμίων που τον φορτώσαμε και της νεανικής οίησης που παραμονεύει. Φέρουμε όλοι μαζί την ευθύνη, για τούτο και επιμένω.

Στο «Ετσι είναι…» ο Σικελός Πιραντέλο (Πυράγγελος κατά τα λεγόμενά του, λόγω ελληνικής ρίζας!) αναπτύσσει σε μια ιδιότυπη φάρσα τη φιλοσοφική του διαλεκτική για τη σχετικότητα, την υποκειμενικότητα και την (ευεργετική ίσως) ψευδαίσθηση της πραγματικότητας και της αλήθειας. Γειτνιάζει, παρ’ όλη την κοινωνική γελοιογράφηση, με το «ζωτικό ψέμα» του Ιψεν, που αν το αφαιρέσεις βίαια, προκαλείς τη συντριβή εκείνων που στηρίζει.

Σε μια επαρχιακή πολίχνη με διακριτή κοινωνική τυπολατρία και κουτσομπολιο-λαγνεία, καταφθάνει κρατικός υπάλληλος με γυναίκα, πεθερά, οδυνηρά βιώματα από πρόσφατο σεισμό και παράξενες συνθήκες ζωής. Η μεν γυναίκα του, κλεισμένη στον τελευταίο όροφο μιας πολυκατοικίας, δεν κυκλοφορεί στην πόλη, η δε πεθερά του μένει σε άλλο σπίτι και η γειτονιά επικοινωνεί μαζί της με γραμματάκια μέσω τροχαλίας με σχοινί και καλαθάκι. Πεθερά, γαμπρός αλλά και η σύζυγος, που υποχρεώνεται τελικά να εμφανιστεί, μοιάζουν ευχαριστημένοι με τη ζωή τους και συμφιλιωμένοι με τις αντιφατικές εκδοχές που αναγκάζονται να δίνουν στην ταραγμένη κοινωνία. Αυτή όμως συνεχίζει να σκαλίζει, να «ανακρίνει», να φαντασιώνεται και σαδιστικά να εξουθενώνει τους νεοφερμένους μέχρι να… λάμψει η αλήθεια και να ικανοποιηθούν οι δύο αντίπαλες ομάδες που δημιουργήθηκαν: από τη μια οι επίσημοι και κοσμικοί της πόλης κι από την άλλη ο Λαμπέρτο Λαουντίζι, κυνικός και «γνωρίζων» συγγραφέας – σκηνοθέτης, κινών τα νήματα αυτού του γελοιογραφημένου χορού αρχαίας τραγωδίας, στη θέση του ίδιου του Πιραντέλο.

Το υποκριτικό πρόσταγμα του Δημήτρη Καραντζά είναι ένα επιθετικό, οργίλο, υστερικό, παροξυσμικό παίξιμο με υψωμένο δείκτη. Στις ώς τώρα σκηνοθεσίες του έδινε στα κλασικά έργα μια νέα, τολμηρή, αστεία αλλά και βαθιά ψυχολογημένη δυναμική, όπως και η συγκοπτόμενη εκφορά του λόγου, το πάγωμα στάσεων και κινήσεων των ηθοποιών του. Στο «Ετσι είναι…» αυτός ο υποκριτικός κώδικας οδήγησε, ιδίως τους κοσμικούς κι επίσημους της πολίχνης, στην καρικατούρα, γεμάτη slapsticks (ή μήπως χοντροκομμένα lazzi της Κομέντια ντελ’ Αρτε;). Ομως, αυτό το θέατρο νευρόσπαστων που παραπαίει μεταξύ πόζας, κωλοτούμπας (κυριολεκτικά) και φάλτσας άριας αποδυναμώνει τη μοναδική βιαιότητα των διαλόγων, τους συμβολισμούς και τις επίκαιρες παραπομπές τους.

Οι ερμηνείες

Το μοναδικό ένστικτο και η πείρα της Μαρίας Κεχαγιόγλου (Αμάλια) και της Υβόννης Μαλτέζου (κυρία Τσίνι) φάνηκε στην απόπειρα να κρατήσουν το μέτρο, όσο δύσκολο κι αν ήταν αυτό, ιδίως ανάμεσα στην τσιρκολάνικη αμετροέπεια της Ελίνας Ρίζου (Ντίνα) και στην υπερκινητική αμηχανία της Εμιλυς Κολιανδρή (κυρία Σιρέλι).

Κάπως σπασμωδική η εκδοχή του Μιχάλη Οικονόμου (κ. Πόνζα) και του Μιχάλη Κίμωνα (Υπηρέτης/ Αστυνόμος). Ενδιαφέρουσα η εξισορροπητική προσπάθεια του Θύμιου Κούκιου (κ. Σιρέλι), η σπουδή συγκρατημένης έξαψης, αν όχι λυσσασμένης περιέργειας, του Μηνά Χατζησάββα (Νομάρχης), οι κορώνες μικροεξουσίας του Γιώργου Σιμεωνίδη (κ. Αγκάτσι) και το παιγνιώδες, χορευτικό πέρασμα της Σταυρούλας Σιάμου (κ. Πόνζα).

Υποκριτικό δώρο της παράστασης, η Φρόλα της Ξένιας Καλογεροπούλου, είχε την αγαθότητα, τη τραγικοκωμικότητα, τη συντριβή που περιέχει ο ρόλος, μαζί με ένα αναπάντεχο, ακούσιο, διδακτικό εκτόπισμα. Ο Κώστας Μπερικόπουλος ως Λαουντίζι έλαμψε σε κάθε πτυχή του αυτοσαρκαστικού ρόλου. Φιγούρα έξοχη με θαυμαστή ισορροπία και μέτρο. Επιπλέον, σε διαρκή, οπτική επαφή με τον αιωρούμενο πολυέλαιο που, εφ’ όσον συμβόλιζε το… φως της αλήθειας, διαβολικά κι επικίνδυνα κουνιόταν διαρκώς μπρος στα μάτια μας.