ΘΕΑΤΡΟ

Ιστορίες αφιερωμένες στις γυναίκες

istories-afieromenes-stis-gynaikes-2018004

ΤΖΟΒΑΝΝΙ ΒΟΚΑΚΙΟΣ
Δεκαήμερο
σκηνοθ.: Νίκος Καραθάνος
Θέατρο: Εθνικό Θέατρο (Σκηνή
«Νίκος Κούρκουλος»)

«…Το κρασί είχε πυρώσει την Αλατιέλ περισσότερο απ’ ό,τι την προστάτευε η αρετή της, και σαν να ’ταν ο Περικόνε μία από τις καμαριέρες της, γδύθηκε μπροστά του δίχως καμιά ντροπή και πλάγιασε στο κρεβάτι… Δεν είχε καμιά προηγούμενη πείρα από το όπλο που χρησιμοποιούν οι άντρες σ’ αυτές τις ερωτικές συγκρούσεις, κι όταν το ψαχούλεψε, μετάνιωσε που δεν είχε ενδώσει στις ερωτικές εκδηλώσεις του Περικόνε, και δίχως να την καλέσει αυτός στα γλυκά νυχτερινά χάδια, προσφερόταν μονάχη της – όχι με λόγια… αλλά με έργα».

Οση χάρη, μέτρο, λεπτή ειρωνεία κι αν έχουν οι ερωτικές περιγραφές του Βοκάκιου στο «Decamerone» του, αφιερωμένες ιδίως στη γυναικεία ηδονή, που αναπάντεχα και απελπισμένα βρήκε τη φλογερή της έκφραση κατά τη φοβερή επιδημία της πανούκλας, το 1348, είναι δύσκολο να γίνουν θέατρο και μάλιστα θέατρο λόγου. Πιο εύκολα ερωτοτροπούν με την εικόνα και μάλιστα την αφτιασίδωτη. Σε αυτήν ακριβώς τη λύση κατέληξε και ο Νίκος Καραθάνος, ο σκηνοθέτης και διασκευαστής του «Δεκαήμερου» που είδαμε στο Εθνικό, μαζί με τη Λένα Κιτσοπούλου, η οποία έκανε τη δραματουργική επιμέλεια σαρώνοντας το τεράστιο υλικό από εκατό αφηγήματα, παραβολές, νουβέλες 830 σελίδων και επιλέγοντας 12 από αυτές ή αποσπάσματά τους.

Οπως ο Βοκάκιος τρύγησε το υλικό του από διαφορετικές πηγές, άμορφο, χοντροκομμένο και χαοτικό για να το αποκρυσταλλώσει σε τέχνη ζωντανή και σύγχρονή του, έτσι αποφάσισε και η θεατρική ομάδα του «Δεκαήμερου» να τρυγήσει από τον Βοκάκιο ό,τι δημιουργικά την ερέθιζε και αυτοσχεδιαστικά την παρακινούσε.

Από το προοίμιο, όπου ο συγγραφέας συνταρακτικά περιγράφει την πανούκλα και τις κοινωνικοηθικές επιπτώσεις της, η ομάδα δεν άντλησε σκηνές. Ισως η έναρξη με τον ετοιμοθάνατο στη μέση της σκηνής, γύρω του συναθροισμένος ο θίασος ν’ αφουγκράζεται ανυπόμονα το ξεψύχισμά του (το οποίο δυναμικά επιταχύνει… η ξεψυχίστρα), ίσως λέω αυτή η έναρξη να ήταν και μια ελεύθερη αναφορά στο προοίμιο.

Η εκούσια απουσία της ατμόσφαιρας πανούκλας μοιάζει να σηματοδοτεί μια γενικότερη κοινωνικοηθική σήψη και αδιαφορία μαζί και την κωμική απουσία κάθε πνευματικής περισυλλογής απέναντι στην αμεριμνησία των ενστίκτων.

Η παράσταση αγνοεί επίσης το πλαίσιο στο οποίο ο Βοκάκιος εντάσσει τις ιστορίες του, δηλαδή τις επτά νέες και τους τρεις νέους που αφήνοντας στην πόλη άρρωστους, νεκρούς και οδύνες, καταφεύγουν στην εξοχή για δέκα ημέρες προκειμένου να γλιτώσουν τον θάνατο. Ετσι, αναμειγνύει πρόσωπα από όλα τα αφηγηματικά επίπεδα χωρίς γλωσσικές ή άλλες διαφοροποιήσεις. Εδώ, πονηροί και αγαθοί, κληρικοί, εξομολογητές, αθώες και πονηρές περιστερές, μουγγοί περιβολάρηδες και ανέραστες μοναχές, εδώ η ζωή, η χαρά της και ο θάνατος.

Η παράσταση, τιμώντας το παρατσούκλι του Βοκάκιου (Ιωάννης ο Ησυχος), ξετύλιξε ενώπιόν μας αστεία, αθώα, πονηρο-τρυφερά, αβίαστα, σχεδόν φυσιολογικά, μια τοιχογραφία ανθρώπινων παθών, αδυναμιών και παθημάτων που ταιριάζουν στον υπότιτλο του «Δεκαήμερου: Ανθρώπινη κωμωδία». Αν αυτή η τοιχογραφία με τα έξοχα, σποραδικά της carmina (Αγγελος Τριανταφύλλου), τα ροκ ζωντανά μουσικά της σχόλια (Δημήτρης Τίγκας) και την ανεπιτήδευτα γυμνή της σάρκα (ο θίασος) προαναγγέλλει μιαν Αναγέννηση, έχω αμφιβολίες.

Ας την αφήσουμε ως έχει: μια μυσταγωγία αστεία, σαρκική, με «διηγήσεις που αποσκοπούν στην αναστολή του έργου του χρόνου που μας φέρνει προς τον θάνατο». Ας αφήσουμε και τον δεκατετραμελή θίασο να το γλεντάει στα χρόνια της πανούκλας μέσα στα μινιμαλιστικά σκηνικά και κοστούμια της Ελλης Παπαγεωργακοπούλου, παίζοντας αγγέλους, κερατωμένους συζύγους, ερωτευμένους άρχοντες, μοναχές, εξομολογητές και καλόγερους.

Με τον γενναίο τρόπο της Αλίκης Αλεξανδράκη και της Αναστασίας Διαμαντοπούλου, τον ανεπιτήδευτο της Μαρίας Διακοπαναγιώτου, τον παιγνιώδη του Νίκου Καραθάνου και του Γιάννη Κότσιφα, τον άλαλα εύγλωττο του Χρήστου Λούλη, τον άμεσο του Γιώργου Μπινιάρη, τον απολαυστικό του Αγγελου Παπαδημητρίου, τον στοχαστικό της Εύης Σαουλίδου, τον τρυφερά γοητευτικό του Μιχάλη Σαράντη και του Αγγελου Τριανταφύλλου, τον σαγηνευτικό της Μαρίσσας Τριανταφυλλίδου και της Λυδίας Φωτοπούλου, τον ακαταμάχητα αθώο-πονηρό της Γαλήνης Χατζηπασχάλη.