ΘΕΑΤΡΟ

Ως «είδωλο» αρχαίου δράματος

os-eidolo-archaioy-dramatos-2034393

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ
Ελένη
σκηνοθ.: Δημήτρης Καραντζάς
Θέατρο: Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου (Φεστιβάλ Επιδαύρου)

Στον δρόμο για Επίδαυρο, τα Λουτρά Ωραίας Ελένης εκθέτουν κάθε χρόνο και πιο αδιάσπαστο το τσιμεντένιο τους μέτωπο. Να φταίει και γι’ αυτό η Ελέπτολις Ελένη; Αυτή δηλ. που, εκτός από πλοία (ελέναυς), άνδρες (έλανδρος), καταστρέφει και πόλεις; Πλησιάζοντας πάντως στο θέατρο για την έναρξη των φετινών Επιδαυρείων, ξέρω πως η Ευριπίδεια Ελένη που θα δω θα είναι, τουλάχιστον ως άποψη, κάθε άλλο παρά τσιμενταρισμένη.

Ο Δημήτρης Καραντζάς, νεότατος (1987), ικανός, τολμηρός και ίσως παρακινδυνευμένα εκτινασσόμενος σε κατεστημένα προπύργια, σκηνοθέτης, έχει την ευκαιρία μονοήμερης καθόδου στα «ιερά και τα όσια» του αρχαίου δράματος, που θεωρεί πως «τα φυλάμε χωρίς λόγο». Το έργο του Ευριπίδη, πολυσυζητημένο αφού ανατρέπει τον γνωστό μύθο της Ελένης αλλά και την εχθρική ώς τότε άποψη του ίδιου του συγγραφέα για την ηρωίδα.

Η Ευριπίδεια Ελένη μας βεβαιώνει στον πρόλογο πως εκείνη ποτέ δεν έφτασε στην Τροία, αφού ο Ερμής, μετά τον δολοπλόκο καβγά Ηρας – Αφροδίτης – Αθηνάς για το τρόπαιο κάλλους και μ’ εντολή του Δία, την οδήγησε στην αυλή του βασιλιά Πρωτέα στην Αίγυπτο. Ετσι ο Πάρις, εν αγνοία του, αντί για την Ελένη πήρε μαζί του στην Τροία ένα «είδωλό της» για το οποίο χύθηκε τόσο αίμα, δάκρυα και μελάνι. Με το είδωλο αυτό περιπλανήθηκε και ο Μενέλαος, μετά τη δεκάχρονη πολιορκία και καταστροφή της Τροίας, ακόμα επτά χρόνια σε στεριές και θάλασσες μην μπορώντας να φτάσει στη Σπάρτη.

Μέχρι που ναυαγεί, μαζί μ’ αυτό, στην Αίγυπτο, εκεί όπου πιστή τον περιμένει 17 χρόνια η άλλη, η πραγματική Ελένη, αθώα από όποια ενοχή τής είχαν φορτώσει ο μύθος, ο Ομηρος, απόγονοι κι επίγονοί του. Μόλις έχει πεθάνει ο προστάτης της, Πρωτέας και ο γιος του Θεοκλύμενος ετοιμάζεται να την κάνει, ακόμα και με τη βία, γυναίκα του. Την κρίσιμη στιγμή εμφανίζεται λοιπόν ναυαγός ο Μενέλαος, γίνεται η αναγνώριση κι ακολουθώντας το ευφυές σχέδιο της αληθινής Ελένης, με βοήθεια της μάντισσας κόρης του Πρωτέα, Θεονόης, καταφέρνει το ζευγάρι να διαφύγει από την Αίγυπτο για την Ελλάδα.

Η άδεια ορχήστρα πατιέται σιγά σιγά από τους ηθοποιούς, που τραβούν τροχήλατες χειραποσκευές – ηχεία. Φορούν ρούχα – σαφάρι (σκηνικά – κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη) κι επιδίδονται σε κινήσεις, στάσεις, τρεχαλητά και φρεναρίσματα (επιμέλεια κίνησης: Σταυρούλα Σιάμου) σηκώνοντας σκόνη. Υστερα, σ’ ένα άριστα συντονισμένο σπρέχκορ, κατεβάζουν όλοι μαζί μονορούφι τον μεγάλο, κατατοπιστικό πρόλογο της Ελένης.

Από εκεί και πέρα, η σκηνοθετική άποψη είναι σαφής: Τα δρώντα πρόσωπα δεν εκπροσωπούνται από συγκεκριμένους ηθοποιούς αλλά από το σύνολό τους ή από εναλλασσόμενη διανομή για την οποία δεν τίθεται θέμα φύλου. Τα πρόσωπα αντιμετωπίζονται ως ιδέες και οι ηθοποιοί αφηγούνται αποστασιοποιημένα την ιστορία με το μπρεχτικό μάλιστα πρόθεμα: «και είπε η Ελένη, και είπε ο χορός, ο Μενέλαος», κ.ο.κ. Η σύλληψη, θυμίζει την πειστική απόδοση του Τσεχωφικού Θείου Βάνια, με τρεις ηθοποιούς από τον Καραντζά, το 2012.

Ολα δείχνουν ότι το θεατρικό γένος δεν τον απασχολεί ώστε να υπάρξει διαφοροποίηση λόγω αρχαίου δράματος. Μόνο μια κοροϊδευτική αντιμετώπιση μονολόγων και διαλόγων στη, δυστυχώς, ατελέσφορη προσπάθεια να αποδοθεί το έργο στις ιλαροτραγικές ή και μελοδραματικές διαστάσεις που, μεταξύ άλλων, του αποδίδονται. Αν πήγαν έτσι χαμένες οι λογοτεχνικές αρετές του έργου, στην εξαιρετική μετάφραση του Δημήτρη Δημητριάδη; Και βέβαια πήγαν. Ομως χάθηκαν και οι κωμικές σκηνές μέσα στην παρωδίστικη – κατεδαφιστική αντιμετώπιση του όλου, εξαφανίζοντας από το κοίλον πηγαίο γέλιο, συγκίνηση, σασπένς κι αντικαθιστώντας τα με αμήχανα γελάκια, σύγχυση ή και αδιαφορία. «Φλύακες» (εκφυλισμένο θεατρικό είδος που παρωδούσε αρχαίες τραγωδίες) δεν βλέπουμε άλλωστε και πολύ συχνά.

Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, επέβαλε ωστόσο τις υποκριτικές του ικανότητες και τη δυναμική του ο θίασος: Χαρά Ιωάννου, Ιωάννα Κολλιοπούλου, Αντώνης Πριμηκύρης, Δημήτρης Σαμόλης, Γιάννης Κλίνης, Αρης Μπαλής, Θύμιος Κούκιος, Ελίνα Ρίζου, Ευδοξία Ανδρουλιδάκη, φωτισμένοι εξαιρετικά από τον Αλέκο Αναστασίου.