ΘΕΑΤΡΟ

Μια εξαιρετική Μπλανς Ντιμπουά

24s10diboua

Εισβάλλει επί σκηνής σέρνοντας μια επιβλητική, απαστράπτουσα μπεζ βαλίτσα με ρόδες. Φοράει γυαλιά ηλίου και πολύ ψηλά τακούνια. Κομψή και αεράτη. Τα τακούνια είναι μια από τις έξυπνες πινελιές στην εξαιρετικά εντυπωσιακή ερμηνεία της Γκίλιαν Αντερσον ως Μπλανς Ντιμπουά, στη νέα παραγωγή του «Λεωφορείον ο Πόθος», που ανέβηκε στο Young Vic, στο Λονδίνο. Η πληγωμένη, εύθραυστη ηρωίδα του Τενεσί Ουίλιαμς, δεν θα μπορούσε να κυκλοφορεί ποτέ μ’ ένα ζευγάρι σαντάλια Birkenstock. Ισορροπεί πάνω σε τσόκαρα με τακούνι-στιλέτο, παράτολμη και απελπισμένα αποφασισμένη. Είναι σαν αρπαχτικό πουλί που μόλις προσγειώθηκε πάνω στη λεία του.

Το «Λεωφορείον ο Πόθος» είναι ένα από τα πιο ερεθιστικά θεατρικά έργα που έχουν ποτέ γραφτεί. Μια ένδειξη της δύναμής του αποτελούν οι εκδοχές που έχει εμπνεύσει. Η ταινία του Ελία Καζάν, του 1951, ήταν αξέχαστα σαγηνευτική. Ο Μάρλον Μπράντο σιγοκαίει υπέροχα, ενώ το πρόσωπο της Βίβιαν Λι είναι αραχνοΰφαντο σαν τις δαντέλες του φουστανιού της. Η πρόσφατη εκδοχή της ιστορίας από τον Γούντι Αλεν στη «Θλιμμένη Τζασμίν» έδωσε την έμπνευση στην Κέιτ Μπλάνσετ για νέα επιτεύγματα απεγνωσμένης ωχρότητας. Το να αντιπαραθέτεις την εκλέπτυνση στη σεξουαλική ορμή, το πάθος στην επιτήδευση, φλερτάροντας συνεχώς με το μελόδραμα, δεν είναι καθόλου εύκολο όταν σκηνοθετείς για το θέατρο, όταν μάλιστα η σύγκρουση κορυφώνεται με ένα βιασμό. Ωστόσο, στην εκδοχή που σκηνοθέτησε ο Μπένεντικτ Αντριους, ατμοί πόνου, σαγήνης και πάθους αναδίδονται από τη σκηνή και γεμίζουν την αίθουσα.

Στη σημερινή εποχή

Ο Αντριους εισέβαλε στη σκηνή του Young Vic πριν από δύο χρόνια με μια εμπρηστική εκδοχή των «Τριών αδελφών» του Τσέχοφ, όπου περιέλαβε το Smells Like Teen Spirit των Nirvana και δικαίωσε αυτήν την επιλογή. Η νέα του διασκευή στο δράμα του Ουίλιαμς, που το μεταφέρει από το 1947 στη σημερινή εποχή, διαθέτει επίσης εντυπωσιακό σάουντρακ, με την υπογραφή του σπουδαίου Πολ Αντρίτι. Συνθέσεις τζαζ του Αλεξ Μπαρανόφσκι παίρνουν θέση δίπλα σε κομμάτια της Πάτσι Κλάιν και της Πι Τζέι Χάρβεϊ. Ωστόσο, οι κύριες παρεμβάσεις του Αντριους εδώ είναι οπτικές, οδηγώντας στον πυρήνα του έργου.

Ο σκηνοθέτης αποτίει φόρο τιμής στον Τενεσί Ουίλιαμς μη αφήνοντας τον θεατή να πάρει εύκολα το μέρος κανενός. Είναι αναμφίβολη η ταύτιση του Ουίλιαμς με την ηρωίδα του. Και ωστόσο, δεν υπάρχει απόλυτη συμπάθεια γι’ αυτήν. Και κανένας δεν μπορεί να αρνηθεί την έλξη που ασκεί στον δραματουργό ο βάναυσος Στάνλεϊ Κοβάλσκι. Oπως παρατήρησε ο Γκορ Βιντάλ, «άλλαξε την αντίληψη για το σεξ στην Αμερική. Πριν από εκείνον, κανένα αρσενικό δεν θεωρούνταν ερωτικό».

Το σκηνικό που δημιούργησε η Μάγκντα Γουίλις καθιστά σαφές ότι κανένας δεν έχει το μονοπώλιο της αλήθειας. Η συνεχώς περιστρεφόμενη σκηνή εμφανίζεται αρχικά σαν ένα εκνευριστικό τρικ και πάντα έχει κάποιους περιορισμούς: κάποιες διαχωριστικές γραμμές μπερδεύονται, κάποιες εκφράσεις στα πρόσωπα κρύβονται εν μέρει. Oμως τα κέρδη είναι μεγαλύτερα από τις ζημιές. Εχουμε εδώ μια παράξενη αρένα, όπου δεν μπορείς να μετρήσεις το σκορ. Είναι επίσης ένα μέρος όπου όσο πιο πολλά λένε οι ήρωες τόσο περισσότερα κρύβουν. Ο τετράγωνος χώρος -ένα διαμέρισμα χωρίς τοίχους- φαίνεται ανοιχτός, αλλά στην ουσία είναι καμωμένος από κρυψώνες. Το κοινό κρυφακούει τους ήρωες, που κι αυτοί με τη σειρά τους κρυφακούνε.

Αποτελεί μέρος της γοητείας του έργου το γεγονός ότι ενώ όλοι προσπαθούν να ξεφύγουν από την αλήθεια, ο καθένας τους αποκαλύπτει κάποια αλήθεια. Ο τίτλος φαίνεται αυτονόητος τώρα, αποπνέοντας λαχτάρα και προσμονή. Αγγίζει τον συναισθηματικό χάρτη και την αλληγορική χροιά του έργου. Ο τόπος όπου η Μπλανς εκπλήσσεται δυσάρεστα βλέποντας την αδελφή της ζευγαρωμένη με τον άξεστο Κοβάλσκι ονομάζεται Ηλύσια Πεδία. Ωστόσο, ο Ουίλιαμς είχε δώσει στο έργο αρχικά τον τίτλο «Μια νύχτα πόκερ». Τον άλλαξε όταν ένας ατζέντης φοβήθηκε ότι θα περνούσαν το έργο για ταινία γουέστερν. Κι όμως, εκείνος ο τίτλος είχε συλλάβει κάτι από το έργο. Παρ’ όλη την ξέχειλη εκφραστικότητά του, είναι μυστηριώδες: τα χαρτιά ποτέ δεν ανοίγουν στο τραπέζι. Ο Στάνλεϊ του Μπεν Φόστερ είναι ένας τρομερός τύπος με μπράτσα παλαιστή και τατουάζ, που μουγκρίζει σαν ερεθισμένος ταύρος. Είναι ταυτόχρονα νταής -«Εγώ είμαι ο βασιλιάς εδώ πέρα»- και σαγηνευτικός. Στον ρόλο της Στέλλας, η Βανέσα Κίρμπι είναι υπέροχα συγκεντρωμένη, αιχμάλωτη του πόθου για τον άντρα της και τυφλή απέναντι στην κτηνωδία του. Ο Κόρεϊ Τζόνσον δίνει στον ρόλο του Μιτς, του υποψήφιου γαμπρού που για μια στιγμή φαίνεται να προσφέρει στην Μπλανς ελπίδα, ακριβώς το σωστό μείγμα από υπολανθάνουσα γοητεία και ηττοπαθή δειλία.

Η βραδιά τής ανήκει

Ωστόσο, η βραδιά ανήκει στην Γκίλιαν Αντερσον, η οποία κάνει δική της κάθε φάση της αποσάθρωσης της Μπλανς Ντιμπουά. Δεν καταφθάνει με απροκάλυπτα σημάδια διαταραχής, αλλά κάνει την απόγνωσή της διακριτικά και βαθμιαία φανερή. Τα δάχτυλά της αγγίζουν αντικείμενα γύρω της, προσπαθώντας με απαλές κινήσεις να τα υποτάξουν, να πάρουν τον έλεγχο των πραγμάτων. Η κατάρρευσή της είναι θεαματική: ένας σίφουνας πασαλειμμένου κραγιόν και ιπτάμενων κομπινεζόν. Η αποχώρησή της είναι ένα μάθημα για το πώς να κάνεις το κοινό να κλάψει. Κατεβαίνει από τη σκηνή και προχωράει ανάμεσα στους θεατές. Παίρνει αγκαζέ τον γιατρό που πρόκειται να την κλείσει σε ψυχιατρικό άσυλο, βαδίζοντας νωχελικά, όλο χάρη, κοιτάζοντας γύρω της σαν να έβγαινε να σεργιανίσει σε μια πανέμορφη παραλία. Μέχρι το τέλος, εξακολουθεί να ελπίζει και να ψεύδεται.