ΘΕΑΤΡΟ

Κολυμπώντας και αντέχοντας…

kolympontas-kai-antechontas-amp-8230-2047434

ΓΙΟΝ ΑΤΛΙ ΓΙΟΝΑΣΟΝ
Βυθός
σκηνοθ.: Κωστής Καλλιβρετάκης
Θέατρο: 104

Ο Γιον Ατλι Γιόνασον, από τους γνωστότερους συγγραφείς στην Ισλανδία (χώρα που κυβέρνησε πρωθυπουργός προερχόμενη από το θέατρο), δούλεψε από ψαράς ως χέβι μέταλ dJ προτού αφοσιωθεί στη συγγραφή. «Ο Βυθός», μονόλογος που γράφτηκε το 2009 μέσα στην ισλανδική οικονομική κρίση, βασίστηκε σε αληθινό περιστατικό του 1984 με ανθεκτική συμβολική – αλληγορική σημασία.

Ο 22άχρονος Γκούλι, τιμονιέρης μιας τράτας που πέφτει σε καταιγίδα ανοικτά των νήσων Βέστμαν και βυθίζεται, είναι ο μόνος από τους πέντε του πληρώματος που καταφέρνει, αφού κολυμπά επί 6 ώρες σε θανατηφόρες για άνθρωπο θερμοκρασίες, να πατήσει στεριά, να αναρριχηθεί, να περπατήσει ώρες ξυπόλυτος σε πετρωμένη, κοφτερή λάβα μέχρι να φτάσει αιμόφυρτος στο χωριό του, όπου πριν καταρρεύσει επαναλαμβάνει μόνο: «Κολύμπησα… κολύμπησα».

Ο Γκούλι, μετά την περιπέτειά του, υποβάλλεται σε πειράματα στο τοπικό νοσοκομείο και στο Ναυτικό Νοσοκομείο του Λονδίνου προκειμένου να εξηγηθεί επιστημονικά η αντοχή του στο κρύο. Εκτός από μετρήσεις κάθε είδους, μπαίνει σε δεξαμενή με νερό που παγώνει σταδιακά ενώ εκείνος κάνει στατικό ποδήλατο. Εγκαταλείπει το νοσοκομείο έχοντας φτάσει στα όρια της αξιοπρέπειάς του. Το πόρισμα λέει πως διαθέτει λίπος σαν της φάλαινας, πιο συμπαγές και 2-3 φορές πιο χοντρό από το ανθρώπινο, πράγμα που δεν εμπόδισε τον Γκούλι να γίνει για τους Ισλανδούς ίνδαλμα αγώνα και αντίστασης.

Ο θεατρικός Γκούλι είναι νεαρός ψαράς που ζει με τους γονείς του σε ήσυχο ψαροχώρι. Βαριούτσικος από κατασκευής –πρέπει να προσέχει πώς πατάει για να μην τρίζουν τα σανίδια–, όμως άλλο τόσο τρυφερός, αστείος, στοχαστικός και ευαίσθητος. Νοσταλγεί την αγάπη μιας γειτονοπούλας, μα μέχρι να τολμήσει να της μιλήσει, ξεπληρώνει –η τελευταία δόση μένει– μια κατακόκκινη, μεταχειρισμένη Πλίμουθ Μπαρακούντα, μοντέλο ’74. Μοιρασμένος ανάμεσα στον φόβο της παγωμένης θάλασσας που τον ζει, στη μελαγχολία του Βορρά κι ένα ιδιότυπο χιούμορ, μοιάζει να έχει συνείδηση της ευλογημένης καθημερινότητας και της ρουτίνας που φέρνει η καθησυχαστική κανονικότητα της ζωής, με όσους και όσα αγαπά. Ολόκληρο το πρώτο μέρος του μονολόγου, μέχρι την καταιγίδα και το ναυάγιο, μοιάζει να κατάγεται από την ποίηση των απλών πραγμάτων στο «Γαλατόδασος» του Ουαλλού Ντίλαν Τόμας.

Μετά το ναυάγιο και τον αγώνα να βγει στην επιφάνεια για να αναπνεύσει αρχίζει το εξάωρο κολύμπι με συντρόφους τον θάνατο, τον πόθο για λίγη ζωή ακόμα, τον άπιαστο έρωτα, τους αναστοχασμούς του, την εξανθρωπισμένη σχεδόν συντροφιά ενός γλάρου που τον οδηγεί στη στεριά και τις ροκ επιτυχίες που αρχίζει να τραγουδάει μέσα στα κύματα της θάλασσας ή του μυαλού του.

Ο σκηνοθέτης της παράστασης και μεταφραστής του έργου Κωστής Καλλιβρετάκης, μάλλον ακολουθώντας υποδείξεις του συγγραφέα, «είδε» τον μονόλογο ως αναδρομή του ήρωα στο βίωμά του ενώ βρισκόταν στο νοσοκομείο. Τον βλέπουμε να κινείται ανάμεσα σε ένα κρεβάτι εξεταστηρίου και σε μια γυάλινη δεξαμενή με νερό και πετάλια στατικού ποδηλάτου (Δάφνη Κούτρα), όπου ο ήρωας, ποδηλατώντας μανιασμένα και γεμίζοντας τη σκηνή νερά, μοιάζει να κολυμπάει, να ζει όσα έζησε, να ονειρεύεται όσα ονειρεύτηκε και όσα τον συντρόφεψαν, του έδωσαν κουράγιο, πείσμα, νόημα για τον νικηφόρο αγώνα του. Αγώνα με στοιχεία της φύσης μα και με στοιχεία της ανθρώπινης φύσης.

Ο Θανάσης Δόβρης ως «βαριούτσικος», στιβαρός, γενειοφόρος Γκούλι ήταν αστείος, τρυφερός, ονειροπόλος. Αρκετά πειστικός με δυνατές στιγμές, ιδίως στη συνομιλία του με τον γλάρο ή στη ροκ «συναυλία» θανάτου μπρος στο «από μηχανής» μικρόφωνο (επεξεργασία ήχων Σταύρος Γασπαράτος). Μου έλειψε η θεατρική αντιστοιχία της σύνοψης του δράματος στη φράση «κολύμπησα… κολύμπησα», του πραγματικού ήρωα.

Διάβασα στο καλογραμμένο πρόγραμμα το πραγματικό γεγονός και μετά παρακολούθησα παράσταση και έργο. Ενιωσα κάτι να λείπει από το σασπένς και την αγωνία που περίμενα. Τη θέση τους ίσως πήρε η πικρόγλυκη αξία των μικρών πραγμάτων και των σιωπηλών αγώνων, που συναποτελούν την άυλη περιουσία της ζωής. Προφυλαγμένη από χρηματοπιστωτικές κρίσεις και νεοφιλελεύθερες μεθοδεύσεις, που μισούν κάθε ίχνος προστατευτικού «λίπους» στους ναυαγούς των εμβολισμών τους.