ΘΕΑΤΡΟ

Οταν η μάζα καταβροχθίζει το άτομο

otan-i-maza-katavrochthizei-to-atomo-2058600

ΕΝΤΟΝ ΦΟΝ ΧΟΡΒΑΤ
Σλάντεκ (ή ο Μαύρος Στρατός)
σκηνοθ.: Δημήτρης Καρατζάς
θέατρο: Πόρτα

Το σάπιο κλαρί της παρισινής καστανιάς που σκότωσε τον μόλις 37χρονο Χόρβατ, το 1938, δεν ήταν το μόνο σάπιο κλαρί που στόχευσε τον συγγραφέα. Είχαν προηγηθεί άλλα στην πατρίδα του –ιδίως εκείνα τα σάπια του φασιστικού «μπαομπάμπ»– που επιχείρησαν στα πρώτα του βήματα να τον αφανίσουν ως κομμουνιστικό φερέφωνο. Ακολούθησαν όμως και άλλα μετά θάνατον, στις δεκαετίες ’60 και ’70. Αλλοτε χρησιμοποιώντας τον για να μειώσουν την αξία του συγκαιρινού του Μπρεχτ, άλλοτε για εσωλογοτεχνικές έριδες και άλλοτε από αδυναμία κατανόησης του έργου του, που παραμένει ουσιαστικά άγνωστο και παρερμηνευμένο.

Το έργο «Σλάντεκ», σε πρώτη γραφή το 1927-28 και δεύτερη το 1929 με νέο υπότιτλο «Ο μελανός στρατιώτης της στρατιάς του Ράιχ», χρονικό από τον αιώνα του πληθωρισμού σε τρεις πράξεις, ήταν εκείνο με το οποίο ο Χόρβατ πέρασε στο αντίθετο «στρατόπεδο» από τους ναζιστές κι εθνικοσοσιαλιστές, τη στιγμή που αυτοί εκτινάσσονταν μέσα στις μάζες των Σλάντεκ για να τους καταργήσουν ως άτομα και να τους μετατρέψουν σε αγελαίους τυφλούς κι εγκληματίες. Νέοι δίχως μόρφωση, εργασία, θεμέλια, μεγαλωμένοι στον πόλεμο δίχως βιώματα ειρήνης, με ακυρωμένα όνειρα, δανεικές παρόλες – παγίδες και ανάγκη κατεπείγουσας ένταξής τους κάπου. Συγγενικοί του μπρεχτικού Γκάλι Γκάι από το «Ο άντρας είναι άντρας» (1926), όπου ο ομώνυμος λιμενεργάτης μετασκευάζεται από τρία αποβράσματα του βρετανικού στρατού –και από δική του, αφελή απληστία– σε πολεμική μηχανή, επικυρώνοντας την επιβολή του νέου ανθρωπότυπου στην κοινωνία. Τον ρόλο των αποβρασμάτων του Μπρεχτ αναλαμβάνουν στον Χόρβατ, τελείως απροσχημάτιστα, τα παραστρατιωτικά τάγματα των εθνικιστών και η δολοφονική τους δράση, με ανοχή της κρατικής εξουσίας. Κάνουν τον Σλάντεκ συνένοχο δολοφονίας της γυναίκας με την οποία συζεί. Πίσω από δήθεν ιδιωτικά κίνητρα κρύβουν το πολιτικό τους έγκλημα κι έτσι ο Σλάντεκ κρίνεται ως μόνος ένοχος.

Στη νέα εποχή του θεάτρου Πόρτα, ο Σλάντεκ αποτελεί το πρώτο από τρία προγραμματισμένα έργα υπό τον τίτλο: «Κακά αγόρια σε έργα με περίεργα ονόματα». Ο νέος, αναγνωρισμένος και ήδη αναγνωρίσιμος Δημήτρης Καρατζάς ανέλαβε τη σκηνοθεσία. Καρέκλες στη σειρά, ομοιόμορφο ντύσιμο (Ιωάννα Τσάμη), σαν τη στολή των μαθητών στη ταινία «Το κύμα». Τους 13 – 14 ρόλους αναλαμβάνουν έξι ηθοποιοί και μία ηθοποιός. Πλην δύο (του Σλάντεκ – Αρη Μπαλή και του σοσιαλιστή δημοσιογράφου Σμίνκε – Αργύρη Πανταζάρα) οι υπόλοιποι ρόλοι εναλλάσσονται με πειθαρχία, σχεδόν ρυθμική συνεκφορά λόγου, συχνά αυτόματες κινήσεις (Σταυρούλα Σιάμου) και με προγραμματική σχεδόν απουσία συναισθήματος. Θες η μανιέρα και αισθητική του σκηνοθέτη ως μέρος του μοντέρνου θεάτρου, θες η παρεξηγημένη θέση του Χόρβατ πάνω στο κιτς των μικροαστικών συναισθημάτων, που τα χαρακτήριζε «γλυκανάλατα και παραποιημένα», το θέμα έμεινε στα ζητούμενα της παράστασης, που αντί για αγωνία επέτρεπε ακόμα και πλήξη σε μερίδα του κοινού.

Αξιοσημείωτες εξαιρέσεις ο τελικός μονόλογος του Σλάντεκ (Αρης Μπαλής) και μια σκηνή με την ερωμένη του Αννα (Μαρία Κεχαγιόγλου). Τα υπόλοιπα με τη σκηνική αποτύπωση συναισθημάτων ανέλαβε η αποκαλυπτική, ηχητική δραματουργία (συν-σκηνοθεσία θα την αποκαλούσα) του Δημήτρη Καμαρωτού.

Διασκορπισμένα στα 95 λεπτά της παράστασης, αλλοιωμένα θραύσματα στρατιωτικών παραγγελμάτων, ασμάτων, εμβατηρίων φροντίζουν για την, έστω και στιγμιαία, ανατριχιαστική ατμόσφαιρα. Αποκορύφωμα σύλληψης, απόδοσης και διδασκαλίας, το αγκυλοσταυρίτικο, συγχρονισμένο «γάβγισμα», που κάθε τόσο διαπερνά σαν ζωο-φωνητική ομοβροντία τη σκηνή και απειλεί την πλατεία. Θεωρώ την ηχητική δραματουργία το μεγαλύτερο κέρδος της παράστασης, που υπηρετήθηκε με αυταπάρνηση και από τον υπόλοιπο θίασο (Αντώνης Αντωνόπουλος, Γιάννης Κλίνης, Μιχάλης Οικονόμου, Αινείας Τσαμάτης), στη ρέουσα μετάφραση της Θεοδώρας Καπράλου.

Συγκρίνοντας τον πρώιμο Σλάντεκ, έργο ξεκάθαρης καταγγελίας, με εκείνα που αμέσως μετά καθιέρωσαν τον συγγραφέα («Ιστορίες από το Δάσος της Βιέννης», «Ιταλική νύχτα») χαρίζοντάς του και το βραβείο Κλάιστ, αποζητά κανείς τη μελαγχολική ποίηση, τον οξύ σαρκασμό, την παρατηρητική οξυδέρκεια, τη συμπαράσταση στους ήρωες, αρετές που δεν εμπόδισαν σε τίποτε την ένταξή τους στον σκληρό πυρήνα του θεάτρου αμείλικτης κοινωνικής κριτικής.