ΘΕΑΤΡΟ

Το μέτρο παρέμεινε ζητούμενο

to-metro-paremeine-zitoymeno-2063489

ΘΟΡΝΤΟΝ ΟΥΑΪΛΝΤΕΡ
Με τα δόντια
σκηνοθ.: Γιάννης Μόσχος
θέατρο: Θέατρο Τέχνης

ΚΕΝ ΛΟΥΝΤΒΙΚ
Οι τενόροι
σκηνοθ.: Βλαδίμηρος Κυριακίδης
θέατρο: Ζίνα

Πολυμορφική, ορμητική, επεκτατική η νέα αρχή του Θεάτρου Τέχνης υπό τη Μαριάννα Κάλμπαρη, συνέπεσε με τη συμπλήρωση 60 χρόνων από το 1954 όταν το «Με τα δόντια» του Ουάιλντερ εγκαινίασε επίσημα το «Κυκλικό Θέατρο». Το έργο, 60 Νοέμβρηδες μετά, ξανανέβηκε, μεταξύ άλλων, στο Υπόγειο.

Ηταν καλό που η διανομή (όλοι απόφοιτοι του Θ.Τ.) δεν άφησε το ιστορικό βάρος της επανάληψης να της αφαιρέσει τη διάθεση για τρέλα και ανανεωτικές ενέσεις σ’ ένα αλλόκοτο, σουρεαλιστικό έργο 72 χρόνων.

Ακολούθησε με κέφι (ενίοτε υπερβολικό) τις διασκευαστικές και σκηνοθετικές ιδέες του Γιάννη Μόσχου σ’ αυτή τη λοξά διδακτική, κρυπτο-κηρυγματική παραβολή με αρχικό οδηγό την παλαιά διαθήκη (το ανθρώπινο γένος που δεν εννοεί να διδαχτεί από τα παθήματά του για να προχωρήσει) και σ’ ένα θεατρικό είδος αταξινόμητο, μεταξύ επιθεώρησης, καμπαρέ, θεάτρου σταθμών και μεταμπρεχτικής, δηκτικής σάτιρας.

Στο στόχαστρο των ελληναρο-σατιρικών αναγωγών της παράστασης: ξενοφοβίες, σεξομανίες, χαιρεκακίες, τσιφτετελολαγνία, νταηλίκι, αναίδεια, ιδιωτική και πολιτική κομπορρημοσύνη. Ολα αντιληπτά ακόμη κι αν αγνοεί κανείς το πρωτότυπο. Το ζητούμενο σε όλα τα ευρήματα και ιδίως στο επιθεωρησιακό, εξωστρεφές, ακόμη και κραυγαλέο, παίξιμο των ηθοποιών ήταν το μέτρο. Πλάι σε αυτό χάθηκε η υφέρπουσα μελαγχολία ενός απίθανα φιλοσοφούντος και μοναδικά ευρυμαθούς συγγραφέα. Αυτή θα ήταν και η ξεχωριστή πρόκληση για ένα θίασο όπου συμπράττουν κωμικοί και στοχαστές ηθοποιοί όπως οι εξαιρετικοί Θανάσης Δήμου, Ιωάννα Παππά, Αγγελος Μπούρας, αλλά και η υπερπληθωρική Ιωάννα Μαυρέα, ο σχεδόν παθολογικά Νεάντερταλ Αντίνοος Αλμπάνης και η αμήχανα περιφέρουσα το ωραίο σώμα της Φωτεινή Αθερίδου.

Διαβάζω πως από το 1954 έως σήμερα το έργο δεν είχε ξανανέβει σε επαγγελματικό θέατρο και αναρωτιέμαι αν η φετινή παράσταση θα επιδράσει ελκυστικά ή αποτρεπτικά για μελλοντική του παρουσία στο ρεπερτόριο ελληνικών σκηνών.

Αχαλίνωτη κούρσα

Στο θέμα του μέτρου σκοντάφτει νομίζω και η διασκεδαστική παράσταση των «Τενόρων» (Lend me a tenor) του Κεν Λούντβιχ. Ο απολαυστικός ηθοποιός Βλαδίμηρος Κυριακίδης όρμησε ακράτητος σε αχαλίνωτη σκηνοθετική κούρσα, αφήνοντας τον εαυτό του και τον εξαιρετικό θίασο ανοιχτό σε κάθε υπερβολή και μπαλαφάρα. Από τη διασκευή της μετάφρασης (Ερρίκος Μπελιές), όπου δεν έχασε ευκαιρία βωμολοχικού «ευρήματος» μέχρι την κίνηση (Δημήτρης Παπάζογλου), με στόχο πάντα το γέλιο του κοινού.

Πιστεύω, όπως πολλοί, πως από ανασφάλεια υποτιμάμε το κωμικό αισθητήριο της συντριπτικής πλειονότητας του κοινού μαζί και την κούρασή του από το κενό χάχανο ή το στιγμιαίο, σαχλό γαργάλημα στη θέση ενός ψαχνού, καθαρτήριου και ιαματικού γέλιου.

Σε τι θα υστερούσε π.χ. ένας πιο συγκρατημένος και σκηνοθετικά χαλιναγωγημένος Σαλταμπάσης, αν δεν μιλούσε σαν τρανσέξουαλ (παρά τις αρσενικές απαιτήσεις του ρόλου), αν δεν κατέφευγε σε παρτσακλή υπερκινητικότητα και γενικά σε αντιδράσεις που μουτζούρωναν αντί να προβάλλουν έναν γεννημένο κωμικό κι έναν έξοχο ρόλο; Συγκεκριμένα τον ρόλο του άσχετου με την όπερα αλλά ψωνισμένου αντικαταστάτη ενός σπουδαίου τενόρου με άστατο κοινωνικό βίο, που μετά την «εγκατάλειψή του» από τη ζηλόφθονη, δεσποτική και αχόρταγη συμβία του, παίρνει μεθυσμένος ηρεμιστικά και πέφτει σε λήθαργο αφήνοντας τον Οθέλλο του Βέρντι στον αέρα;

Εξηγούμαι: το θέατρο Ζίνα γεμίζει, το κοινό γελάει, διασκεδάζει, ξεδίνει. Με το συγκεκριμένο έργο όμως (σύνοψη βουλεβάρτου, φαρσοκωμωδίας και σάτιρας εξωφρενικών κυνηγητών, παρεξηγήσεων, ανατροπών α λα Φεϊντό), θα μπορούσε να γίνει η διαφορά. Με τον Κυριακίδη ως ιταλικού ταμπεραμέντου θηριώδη –αλλά με ανατομικές μικροαδικίες– σούπερ σταρ της όπερας, τον μικροκαμωμένο Σαλταμπάση… ως σωσία του, τον Πάνο Σταθακόπουλο ως πιεσμένο διευθυντή σε δραματικές ώρες, τη Βιβή Κόκκα ως έξοχα μαινόμενη συμβία του τενόρου, την Κωσταντία Χριστοφορίδου ως πιστή με τα στερεότυπα ντίβα, τη νεαρή Αννα Μενενάκου ως νευρωτική, ανακατωσούρα θυγατέρα του διευθυντή και τον θαυμαστά μετρημένο Γιώργο Παπαζήση ως παλαίμαχο, συνδικαλιζόμενο τραγουδιστή και νυν κλητήρα, γέλασα, αλλά και λυπήθηκα με τα τόσα ευρήματα που χάθηκαν στον όχι πάντα δικαιολογημένο ορυμαγδό.