ΘΕΑΤΡΟ

«Τριστάνος και Ιζόλδη», απόλυτη εμπειρία

tristanos-kai-izoldi-apolyti-empeiria-2064846

Να ζεις την ιστορία την ώρα που γράφεται είναι προνόμιο. Και η αίσθηση που άφησε η πρεμιέρα του «Τριστάνος και Ιζόλδη» στην Αίθουσα Αλεξάνδρα Τριάντη στο Μέγαρο Μουσικής, ήταν αυτή ενός επιτεύγματος, με όλη τη γραμμή των φωτοσκιάσεων και των διακυμάνσεων, που σε τίποτε δεν θαμπώνουν την περηφάνια που δικαιούται να αισθάνεται η Εθνική Λυρική Σκηνή σε αυτήν την κορυφαία στιγμή της. Ο άθλος του ανεβάσματος για πρώτη φορά στην Ελλάδα αυτού του τιτάνιου σε μέγεθος και βαθμό δυσκολίας μουσικού δράματος του Ρίχαρντ Βάγκνερ έδειξε την τεράστια πρόοδο των τελευταίων ετών και την πεποίθηση ότι η αναμέτρηση με ογκόλιθους του ρεπερτορίου είναι μέσα στις δυνατότητες της εθνικής μας όπερας.

Βιώνοντας το κλίμα της πρεμιέρας, βαπτισμένος επί πέντε ώρες μέσα στο νάμα μιας παράστασης πολύ προσεκτικά δομημένης, που είχε τη συναίσθηση του εγχειρήματος και των δομικών υλικών, εισέπραξα τη συγκίνηση του κοινού, που στο τέλος πραγματικά υποκλίθηκε στην εντυπωσιακή κίνηση του αρχιμουσικού Μύρωνα Μιχαηλίδη να ανεβάσει όλη την ορχήστρα επί σκηνής, παραδίδοντάς την, επαξίως, στις επευφημίες του κόσμου.

Προηγουμένως, στο τέλος της Γ΄ Πράξης, η συνταρακτική άρια της Ιζόλδης «Liebestod» με την εξαίσια φωνή και παρουσία, σαν προ-ραφαηλητική κόρη, της Δανέζας σοπράνο Αν Πέτερσεν, ήταν η κορύφωση μιας πνευματικής και αισθησιακής εμπειρίας, τόσο βαθιάς και εξαντλητικής, που η εκτόνωση ήταν η μόνη οδός. Οι ερμηνείες εξ αρχής όρισαν το ύφος της παράστασης. Η σπουδαία Σουηδέζα δραματική σοπράνο Καταρίνα Νταλάιμαν ως Μπρανγκένε υπήρξε παρουσία απολύτως υποβλητική με μία ερμηνεία τόσο στέρεη και ταυτόχρονα διεισδυτική, που σφράγισε την παράσταση με το εξαίρετο ηχόχρωμα και την τόσο δουλεμένη σε κάθε λεπτομέρεια κίνηση. Ενιωθε κανείς την τεράστια ένταση και τις λεπτές αλληλεπιδράσεις, με την ορχήστρα να δίνει εξετάσεις σ’ ένα μαραθώνιο, με το σκηνικό του Γιάννη Κόκκου να ανοίγει σε επίπεδα, κοίλα, πρίσματα και κάτοπτρα συνείδησης, με τις βιντεοπροβολές του Ερίκ Ντιραντό σαν κεντίδια, ξέφτια και κινούμενες παραισθήσεις σαν νέφη ονείρων, σαν «τρίτος» τόπος έξω από τον συνειδητό κόσμο και τους δύο πρωταγωνιστές.

Ο Τριστάνος και η Ιζόλδη χάρισαν μοναδικές στιγμές, ιδίως στην Γ΄ Πράξη, στη διάρκεια της οποίας ο θνήσκων Τριστάνος με την ερμηνεία του Τόρστεν Κερλ έφτασε στον ύψιστο βαθμό δυσκολίας και ψυχονοητικής απαίτησης. Με την Αν Πέτερσεν αποτέλεσαν ένα ζευγάρι, που ακόμη και η αντίθετη σωματοδομή τους λειτούργησε υπέρ της δυαδικότητας που διαθλάται μέσα από τη μετατόπιση του εγώ σ’ ένα σχήμα που ορίζεται από τη ρευστή ταυτότητα και φευγαλέα υπόσταση.

Είχα την αίσθηση ότι η σκηνοθετική ματιά του Γιάννη Κόκκου κρατήθηκε με λεπτότητα πίσω από ένα πλέγμα κεντημένης ταπεινότητας απέναντι στο φιλοσοφικό εκτόπισμα του ποιητικού λόγου. Η τόσο όμορφη μετάφραση του Αλέξανδρου Ισαρη μας έφερε τον ήχο της διάνοιας του Βάγκνερ, σαν κελάρυσμα και ριπές, και άνοιγε λαγούμια μέσα στη διαρκή αντίστιξη Νύχτας και Ημέρας, υπαρκτού και άυλου κόσμου, ελευθερίας και δεσμών. Η δίνη του βάρους της Ιδέας, του Ερωτα και του ίδιου του Εαυτού όριζε διαρκώς τη βαγκνερική συνθήκη. Επιβλητικός και ο Βασιλιάς Μάρκος (Ράινχαρτ Χάγκεν). Εμενε στη μνήμη ο Κούρβεναλ του Μίχαελ Φιρ. Αντάξιος του υψηλού πήχυ ο Μέλοτ του Χαράλαμπου Αλεξανδρόπουλου και ο βοσκός του Νίκου Στεφάνου. Πολύ καλοί και οι Κωστής Ρασιδάκης και Αντώνης Κορωναίος. Με συγκίνηση είδαμε τη Χορωδία της ΕΛΣ να στέκεται σε υψηλό επίπεδο. Ο Μύρων Μιχαηλίδης, απογειώνοντας την ορχήστρα, αποδείχθηκε ένας έξοχος εμπνευστής σπουδαίων έργων. Προκαλεί για μελέτη το έντυπο πρόγραμμα με την επιμέλεια του Νίκου Α. Δοντά. Προστέθηκε στη βιβλιοθήκη μας.