ΘΕΑΤΡΟ

Θυσιάζοντες και θυσιαζόμενοι

thysiazontes-kai-thysiazomenoi-2066958

ΜΠΟΣΤ
Μήδεια
σκηνοθ.: Θανάσης Παπαγεωργίου
θέατρο: Στοά

ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΑΥΡΟΓΕΩΡΓΙΟΥ, ΜΑΡΙΑ ΦΙΛΙΝΗ, ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΜΑΥΡΟΓΕΩΡΓΗ
Η ιστορία της αυτοθυσίας
σκηνοθ.: Β. Μαυρογεωργίου, Μ. Φιλίνη,
Κ. Μαυρογεώργη θέατρο: Skrow

Το «ορέον βάζο» που φέρει καλλιγραφική υπογραφή και, από την άλλη πλευρά, το διαχρονικά παρηγορητικό «κε αφτό θα περάση» νόμιζα πως ήταν ό,τι είχα στην κατοχή μου από τον Μποστ. Λάθος! Τις προάλλες, στο Θέατρο Στοά διαπίστωσα πως στην κατοχή μου έχω τη ζώσα αντίληψή του για το παράλογο και το υπερρεαλιστικό, που με ακολουθεί από τα φοιτητικά έως τα τωρινά μου χρόνια. Με χαρά παρατηρούσα πως και στο κοινό των νέων σήμερα η ίδια αντίληψη συνεχίζει να περνά, παρά τα όσα έχουν μεσολαβήσει.

Η παράσταση της Μήδειας, φρεσκαρισμένη από βασικούς και νέους συντελεστές, έχει σφρίγος, ρυθμό, ακατάβλητο σαρκασμό, ενώ η ευφορία «πρωταγωνιστών» και χορού επικυρώνει όσα τερατώδη, εξωφρενικά, παράλογα εκπλήσσουν με τον μοντερνισμό τους. Πέρα από το ξεκατίνιασμα του συμπλεγματικού (επίσημου και ιδιωτικού) γλωσσικού μας τραγέλαφου, το ανεκδιήγητο Μποστικό ιδίωμα –μέσα στην προεκλογική περίοδο που έτυχε να το απολαύσω– ήταν από μόνο του μια λαϊκή διαμαρτυρία-διαδήλωση.

Ξετίναζε το κιτς, τον φανφαρονισμό, την κενότητα, τη σοβαροφάνεια του πολιτικού λόγου, αμβλύνοντας την όποια διάθεση διασυρμού με τον καθησυχαστικά απολαυστικό του δεκαπεντασύλλαβο και τις ακροβατικές του ομοιοκαταληξίες.

Η τωρινή παράσταση της «Στοάς», ίσως περισσότερο κι από του 1993, μου επιβεβαίωσε πως τα έργα του Μποστ επιβάλλουν στους ηθοποιούς (γνώστες της Μποστικής ανάγνωσης) ιδιαίτερο ύφος και απαρέγκλιτη συνέπεια σε αυτό. Πρώτος διδάξας ο Θανάσης Παπαγεωργίου, αδιαπέραστα εμβριθής τροφός και αδέξιος μύωψ Ευριπίδης, κουμαντάριζε παλάτι και παράσταση σαν βοσκός τα ζωντανά του. Η Λήδα Πρωτοψάλτη, ταυτισμένη με τις Μποστικές ηρωίδες που θριαμβευτικά ζωοδότησε, είναι η πιο αθώα κακούργα-δολοφόνισσα της ελληνικής γραμματείας και θεατρικής ιστορίας. Κολάζει καλόγερο η καλογραία της Ευδοκίας Σουβατζή, επιτομή της αμαρτίας και υποκρισίας με αντάξιο συμπλήρωμα του βιογραφικού της τον Θοδωρή Τούμπανο ως καλόγερο. Εξοχη ως εξάγγελος –σε εξετάσεις δραματικής σχολής– η Εύα Καμινάρη και ανεπανάληπτος Ιάσων ο Παύλος Ορκόπουλος. Ξεχωριστή μνεία στη ζωντάνια, κοροϊδευτική σοβαρότητα, μουσικότητα και κίνηση του χορού με τις Νίκη Χαντζίδου, Ευδοκία Σουβατζή, Εύα Καμινάρη, Κοραλία Τσόγκα, Χριστίνα Πλατανιώτη, Ιωάννα Παυλίδου, Ελευθερία Στεργίδου να συντονίζονται άψογα στο σύνολο, μα και να προβάλλουν ως αυτόνομες σκηνικές προσωπικότητες από αυτό.

Τοιχογραφία

Τα πρώτα δέκα λεπτά της παράστασης σκεφτόμουν: «Δεν τους πιάνω». Χρειάστηκα κάμποσο μέχρι να προσανατολιστώ στα «ιντεράκτιβ» εμβόλιμα, στους «πίνακες αφίξεων-αναχωρήσεων», στα μουσικά ακούσματα.

Δεν ξέρω αν ήταν ο μοναδικός τρόπος εισαγωγής του κοινού στο σενάριο-σύλληψη των Βασίλη Μαυρογεωργίου, Κατερίνας Μαυρογεώργη και Μαρίας Φιλίνη πάνω στην αυτοθυσία, ξέρω πάντως πως, χωρίς να το καταλάβω, βρέθηκα «μέσα». Μέσα σ’ αυτή τη διαχρονική, αστεία και τραγική, κεφάτη και παράδοξη ομιλούσα τοιχογραφία ηρώων, γνωστών και αγνώστων (Ιησούς, Σωκράτης, Ζαν ντ’ Αρκ, μαντάμ Κιουρί, Αθανάσιος Διάκος, Μπελογιάννης), που η αυτοθυσία τους μας προκαλεί ταραχή, συγκίνηση μέχρι αμηχανία.

Μπαίνοντας, μας περιμένουν πέντε έξυπνα αυτοσχέδιες ξαπλώστρες (Κων. Ζαμάνης) λουσμένες στον ήλιο (φωτισμοί Στέλλα Κάλτσου), όπου οι αυτο-θυσιασμένοι ήρωες πίνουν και συζητούν σε παραλία «ενός μεταθανάτιου χώρου παραμονής και ατέρμονης ευδαιμονίας» ρίχνοντας κέρματα σ’ ένα αόρατο τζουκ μποξ, απ’ όπου ακούνε «φοβερά» μουσικά κομμάτια αλλά και συγκλονιστικά ντοκουμέντα. Εύστοχη η σαρκαστική παρένθεση, όπου οι ίδιοι οι ήρωες παρουσιάζονται σαν να μην είχαν θυσιαστεί, ευθυγραμμιζόμενοι με την πιο πεζή κι εγωκεντρική εκδοχή καθημερινότητας. Οσο προχωράει η παράσταση, ανεβαίνει η συγκινησιακή θερμοκρασία. Το ωρολόγιο ξεφύλλισμα κάποιων τελευταίων στιγμών και το ξεσηκωτικό σάλπισμα του φινάλε από τον εξώστη δικαιώνουν ιδέα κι ερμηνευτές, όπου προστίθενται οι Σεραφείμ Ράδης, Δανάη Επιθυμιάδη, Ελια Ζαχαριουδάκη.