ΘΕΑΤΡΟ

Η ευτυχία ενός εύθραυστου κόσμου

i-eytychia-enos-eythraystoy-kosmoy-2079443

ΤΕΝΕΣΙ ΟΥΙΛΙΑΜΣ
Ο γυάλινος κόσμος
σκηνοθ.: Ελένη Σκότη
θέατρο: Εμπορικόν

Το ότι ο καταπιεσμένος από την πατρική εξουσία και παγιδευμένος από την εύθραυστη ιδιοσυγκρασία του Tόμας Λανιέ Ουίλιαμς (υποχρεωμένος να δουλεύει σε αποθήκη παπουτσιών μέχρι να αντιδράσει σπουδάζοντας, μετακομίζοντας και αλλάζοντας το Τόμας σε Τενεσί) βρέθηκε επιτέλους ως σεναριογράφος στη Metro-Goldwin-Mayer, δεν σήμαινε πως ήταν και ο πιο κατάλληλος γι’ αυτήν τη δουλειά. Τη χάνει έξι μήνες μετά την πρόσληψη, μα χάρη σε αυτήν βρίσκει τον συγγραφικό του προορισμό και την αιφνίδια δόξα που ονειρευόταν. Η απόρριψη ενός σεναρίου από τη Metro γέννησε το 1944 τον «Γυάλινο κόσμο» και στη συνέχεια ολόκληρο τον θεατρικό κόσμο του Ουίλιαμς.

Στο πρώτο αυτό εμβληματικό έργο του παραθέτει με γνήσια συναισθήματα τυπικά όνειρα της μέσης αμερικανικής καθημερινότητας σε περιβάλλον οικονομικής ύφεσης και, κάπου στο βάθος, παγκόσμιας αναταραχής. Αποκαλύπτει καθοριστικές ατμόσφαιρες, απελευθερώνει νοσταλγίες, πόθους και πάθη παγιδευμένα στις καρδιές εκατομμυρίων ανθρώπων. Στη μυστηριώδη χύμευση του ασυνήθιστου με το τυπικό οφείλεται ίσως μέρος της αστραπιαίας επιτυχίας. Σίγουρα διαφαίνονται τσεχωφικές ή ιψενικές συγγένειες, όπως και η αποφασιστική επίδραση του κινηματογράφου, όμως η εκτίναξη έργου και συγγραφέα πρέπει να οφείλεται κυρίως στην ακαταμάχητη αυθεντικότητα των προσώπων, των αντιφάσεων, της γοητείας, της δύναμης και των αδυναμιών τους. Οπως ο Αρθουρ Μίλερ παρατηρεί σε απόσπασμα άρθρου του στο φροντισμένο πρόγραμμα της παράστασης: «Οσο υπάρχουν εν ενεργεία ηθοποιοί (…) τα έργα του Τενεσί Ουίλιαμς θα μακροημερεύουν…».

Στους ηθοποιούς βασίστηκε πάνω απ’ όλα και η καλή σκηνοθέτις Ελένη Σκότη, με στήριγμα τη μετάφραση του Δήμου Κουβίδη. Στους ηθοποιούς και στην παρέκκλιση της διανομής ως προς την ηλικία του γκριζομάλλη αφηγητή (Δημήτρης Καταλειφός) που στο έργο υποδύεται και τον νεαρό πρωταγωνιστή Τομ, αυτοβιογραφικό απαύγασμα του Τόμας Λανιέ Ουίλιαμς.

Ο Τομ (ποιητής και ονειροπόλος), κακοπληρωμένος υπάλληλος αποθήκης παπουτσιών, και η αδελφή του Λόρα (μικρής σωματικής αναπηρίας αλλά παθολογικής συστολής και ατολμίας) ζουν μίζερα (ο πατέρας εγκατέλειψε την οικογένεια) με την, αγαθών αισθημάτων μα αυταρχική και με πολλά απωθημένα μητέρα τους, Αμάντα. Στον αγώνα για επιβίωση και προκοπή των παιδιών της, υπόσχεται στον Τομ να τον αφήσει να πάει όπου ονειρεύεται αφού όμως φέρει στο σπίτι έναν κατάλληλο νέο για την προβληματική Λόρα, μόνιμα κλεισμένη παρέα με γυάλινες μινιατούρες ζώων, φθαρμένους δίσκους γραμμοφώνου και φθαρμένα όνειρα.

Και ο Τομ, πριν φύγει, φέρνει σπίτι για δείπνο ένα νέο με τον αέρα όλων των στερεότυπων δυνητικής επιτυχίας…

Σε ένα μη ρεαλιστικό σκηνικό (Εύα Μανιδάκη), όπου κιβώτια με τη σήμανση «Εύθραυστο» ορίζουν τον χώρο, φωτισμούς (Κατερίνα Μαραγκουδάκη) που υπογραμμίζουν στιγμές και συμβολισμούς, ρεαλιστικά κοστούμια (Μικαέλα Λιακατά) που ορίζουν τον χρόνο και ένα απόμακρα, επανερχόμενο μουσικό μοτίβο (Σταύρος Γασπαράτος) που παραπέμπει σε Καραΐνδρεια ακούσματα από φιλμ του Αγγελόπουλου, κινούνται, ασφυκτιούν, δονούνται, συγκρούονται οι ρόλοι ως μνήμη και αναπολήσεις του αφηγητή Τομ.

Ο Καταλειφός, σ’ έναν από τους καλύτερους ρόλους του, κατόρθωσε χωρίς διαχωριστικά να ζωντανέψει και τις δύο υποκριτικές του οντότητες, χρησιμοποιώντας μόνο την ορμή και το ατίθασο κάποιων κινήσεων ως Τομ. Πέτυχε μια σύμβαση με μεγάλο μέρος του κοινού, που αναγνώρισε σ’ αυτή την υπέρβαση επιπλέον χιούμορ, λυρισμό και συγκίνηση. Η σκηνή, όπου αφήνει τη μητέρα του να του χτενίσει με χωρίστρα τα γκρίζα του μαλλιά είναι ένας μικρός, γελαστικός σπαραγμός.

Η Θέμις Μπαζάκα εξαιρετική ως προσωποποίηση συγκρατημένης υστερίας μιας ισχυρής προσωπικότητας, εγκαταλελειμμένης γυναίκας και τρυφερής μάνας με πατρικές ευθύνες, έλαμψε ως γηράσκουσα ενζενί και αιώνια, ακούσια ανταγωνίστρια της κόρης.

Η Στέλλα Βογιατζάκη, αποκάλυψη στον δύσκολο ρόλο της Λόρας. Τόσο γεμάτη από βουβή εγκαρτέρηση η λιτότητα των εκφραστικών της μέσων, τόσο εσωτερική η έξοχη μεταμόρφωσή της πριν σβήσει τα κεριά της σύντομης ευτυχίας της.

Ο Κωνσταντίνος Γώγουλος, ιδανικός ως φιλοπρόοδος νέος με μέλλον, πέρασε ευγενικός, αυτάρεσκος και αθώος πάνω από τα ζωντανά πτώματα της οικογένειας Γουίνγκφιλντ, φεύγοντας από την «έξοδο πυρκαγιάς», απ’ όπου και μπήκε στη λεπτοδουλεμένη αυτή δραματική παρτιτούρα.