ΘΕΑΤΡΟ

Οι πόρτες άνοιξαν διάπλατα

oi-portes-anoixan-diaplata-2084521

ΧΡΥΣΑ ΣΠΗΛΙΩΤΗ
Πόρτες
σκηνοθ.: Αυγουστίνος Ρεμούνδος
θέατρο: Αγγέλων Βήμα

Η Νίκη, αν και σχεδιάζει κλειδαριές ασφαλείας στην οικογενειακή επιχείρηση που μόνη της ανασυγκρότησε, παθαίνει κρίσεις πανικού μπροστά σε κάθε… πόρτα που συναντάει. Κατά τα άλλα, μια χαρά κοπέλα, ερωτευμένη κι ερωτεύσιμη. Καταφεύγει σε ψυχίατρο για το πρόβλημά της, ο οποίος, παρά τις προκαταλήψεις της, την οδηγεί στο ν’ ανοίξει αναδρομικά όλες τις αθώες, ευτράπελες, δυσάρεστες ή και «αγαπημένες» πόρτες της ζωής της που τις εκλάμβανε ως το αληθινό της παρελθόν μην μπορώντας να κοιτάξει πίσω τους και πίσω της σαν τους δεσμώτες του Πλατωνικού σπηλαίου. Από τις «πόρτες» του παρελθόντος μπαινοβγαίνουν, σε ιλαροδραματικά στιγμιότυπα, μια αυτάρεσκη γιαγιά και ο χασάπης εραστής της, ένας άβουλος πατέρας, μια αδιάφορη, συμπλεγματική μητέρα, ο πρώτος της παιδικός έρωτας, η ίδια και ο παππούς- σύμμαχός της, κλειδαράς αλλά με καλλιτεχνική φύση. Στο παρόν, εμφανίζονται εκτός από την ίδια και τον ψυχίατρο, ο ερωτικός της σύντροφος κι ένας σερβιτόρος.

Το έργο θα μπορούσε να ανήκει στο είδος της σύγχρονης ψυχαναλυτικής δραματουργίας, αυτοβοηθητικής πιθανόν για τους συγγραφείς, προβληματικής συχνά για τους θεατές. Το ευτύχημα όμως είναι πως η συγγραφέας Χρύσα Σπηλιώτη γνωρίζει το θέατρο από τα μέσα, αφήνει να οδηγηθεί από αυτό κι έτσι «γύρισε» το είδος σε ένα καθαρόαιμο σκηνικό ταξίδι. Ταξίδι μέσα στον χώρο, τον χρόνο, τη μνήμη και τις μνήμες, τις αρνήσεις, τις καταφάσεις μιας καθημερινής γυναίκας, την υπαρξιακή αγωνία και τελικά τη λύτρωσή της. Ολα από το πρίσμα μιας απολαυστικής σκηνικής μαστοριάς με εύστροφους, εύστοχους και πολύ ειλικρινείς διαλόγους. Και μόνο το γεγονός πως οι 11 ρόλοι είναι γραμμένοι έτσι που να παίζονται από τρεις ηθοποιούς μαρτυρεί τις ενσωματωμένες στη συγγραφή σκηνοθετικές και δραματουργικές συμβάσεις της Σπηλιώτη. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια την ακύρωση του σκηνοθέτη, πράγμα που απέδειξε η ευφυής, σβέλτη, ακαριαίων εναλλαγών, χιουμοριστική, σκληρή και στοχαστική όπου έπρεπε ανάγνωση του σταθερά και ουσιαστικά ανερχόμενου Αυγουστίνου Ρεμούνδου. Η εξαιρετικά οργανωμένη καθοδήγηση των δύο –πλην του εαυτού του– ηθοποιών στους εναλλασσόμενους ρόλους και χώρους παρόντος και παρελθόντος και με ελάχιστα αλλά ευρηματικά μέσα καθόρισε την παράσταση σε ρυθμό, ενδιαφέρον, σασπένς, αιφνιδιασμούς, καθιστώντας τη μια, διά γέλιου, βίας ή σαρκασμού συνεχή ανατίναξη βεβαιοτήτων, που τελικά καταδυναστεύουν και παραπλανούν όλους μας.

Στον πολύ λιτά και λειτουργικά οργανωμένο χώρο (σκηνικά Τόλης Τατόλας) ξεχωρίζει μια εξαιρετικά ευρηματική, κινούμενη «αναπαράσταση» των σκιών του «Πλατωνικού σπηλαίου» πάνω σε περιστρεφόμενες πόρτες στον πίσω τοίχο της σκηνής. Τα κοστούμια (Θάλεια Τσίγκου), μελετημένα χρωματικά και υφολογικά, ντύνουν με ελάχιστες προσθήκες ή αλλαγές όλες τις ηλικίες και τα στιγμιότυπα των προσώπων σε παρελθόν και παρόν.

Η Ευγενία Αποστόλου, ώριμη, αεικίνητη και σκηνικά γοητευτική ως Νίκη, κυριαρχεί και σ’ όλους τους γυναικείους ρόλους στους οποίους μπαινοβγαίνει με άνεση, χιούμορ, υποκριτικό κέφι, δραματικότητα. Αλλοτε με νεανικό αέρα και άλλοτε με εύστοχη αλλαγή φωνής, τονισμό ή σωματικό σχόλιο διανύει χώρο, χρόνο, ηλικίες, χαρακτηριστικά που δεν μένουν μόνο στην επιφάνεια.

Ο Σπύρος Βάρελης συνέλαβε τον τύπο του ψυχιάτρου με λοξή μα ήρεμη αυτοπεποίθηση, υποδυόμενος ενδιάμεσα, για τις ανάγκες της θεραπείας, το γκαρσόνι. Ως ατίθασος, ευφάνταστος παππούς με καλλιτεχνικές ανησυχίες αλλά και ως γέρων με άνοια και σεξουαλικές ανησυχίες, δημιούργησε μια ξεχωριστή και ξεχωριστά δεσπόζουσα προσωπικότητα διαβαθμιζόμενης τρέλας.

Ο Αυγουστίνος Ρεμούνδος στους υπόλοιπους ανδρικούς ρόλους βρήκε προσωπικό μέτρο και βηματισμό ως άβουλος πατέρας της Νίκης (εξαρτημένος γιος και μη υπολογίσιμος σύζυγος) αλλά διέπρεψε ως ερωτικός της σύντροφος (παιδικός και ενήλικος). Κατάφερε με όλες τις αναστολές του Πέτρου να διατηρεί μια πονηρή λάμψη υποσχέσεων στο βλέμμα και μια καρτερική δύναμη στον χειρισμό της προβληματικής σχέσης τους. Ως ηθοποιός διαθέτει το χάρισμα μιας ελαφρά ειρωνικής αποστασιοποίησης από τους ρόλους, προσδίδοντάς τους μια κριτική ή έστω σχολιαστική χροιά.

Ιδανικό κλείσιμο για το «Φεστιβάλ διαρκείας ελληνικού θεατρικού έργου», που συνέλαβε και διηύθυνε η Λεία Βιτάλη στο «Αγγέλων Βήμα» με γενικό τίτλο: «Εξι εγκλήματα ζητούν συγγραφέα».