ΘΕΑΤΡΟ

Η αναγέννηση δεν ήλθε τελικά

Η αναγέννηση δεν ήλθε τελικά

ΑΝΩΝΥΜΟΥ
Ο Αρντεν πρέπει να πεθάνει
σκηνοθ.: Χάρης Φραγκούλης
θέατρο: Της οδού Κυκλάδων (Φεστιβάλ Αθηνών)

Είναι εξαιρετικά ελπιδοφόρο νέοι δημιουργοί να επιχειρούν με φρέσκια, μακάρι και ανατρεπτική ματιά να προσεγγίζουν κλασικά έργα που στάθηκαν λίγο η περισσότερο μήτρες για εποχές, φαινόμενα και είδη. Αρα ένα νεοκεντρικό φεστιβάλ σαν του Λούκου ήταν φυσικό να κάνει έναρξη με ένα σπάνια παιζόμενο ελισαβετιανό, αιματοβαμμένο θρίλερ ανωνύμου (που κατά καιρούς αποδόθηκε στους Σαίξπηρ, Μάρλοου, Κιντ ή σε συλλογική συγγραφή, και ανασύρθηκε τον 20ό αιώνα από τον Αρτό για να υπηρετήσει το «Θέατρο της Σκληρότητάς» του) όταν μάλιστα ως σκηνοθέτης θα δοκιμαζόταν για τέταρτη φορά ο βραβευμένος και πολύφερνος τριαντάχρονος ηθοποιός Χάρης Φραγκούλης.

Μπαίνοντας ο θεατής στο εμβληματικό Θέατρο της Οδού Κυκλάδων του οδυνηρά απόντος από θέατρο, πόλη και πολιτισμό Λευτέρη Βογιατζή, βρίσκεται μπροστά σε ένα διπλό καρουζέλ. Αυτόματα έρχεται ο συνειρμός της τελευταίας του παράστασης στην Επίδαυρο με το πολυπράγμον εκείνο δεσπόζον καρουζέλ του «Αμφιτρύωνα». Φόρος τιμής μαθητή προς δάσκαλο, επίδραση ή εκλεκτική συγγένεια σκηνικής οπτικής; Οπωσδήποτε η σύλληψη, η φιλοσοφία, η κατασκευή και λειτουργία του σκηνικού (Αργύρης Πανταζάρας, Λουκία Χουλιάρα), τα ευφάνταστα και τολμηρά κοστούμια, περούκες, αντικείμενα της Ιωάννας Τσάμη μαζί με την ανεπαρκώς αξιοποιημένη μουσική του Κορνήλιου Σελαμσή ήταν και τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της παράστασης.

Γύρω από ένα στρογγυλό, υπερυψωμένο πόντιουμ – έδρα με βελούδινη επένδυση όπου ο Αρντεν παραμένει φυτεμένος από τη μέση και κάτω σε όλη τη διάρκεια της παράστασης, έχοντας τον φίλο του Φράνκλιν ως κούκλα πάνω στην έδρα, υπάρχει ένας στενός κυκλικός διάδρομος και ένα χαμηλότερο καρουζέλ – πάγκος επίσης βελούδινος, με στρογγυλά ανοίγματα και ελεύθερα πλαϊνά που τα κρύβουν πυκνά κρόσσια. Κάτω από αυτόν τον κυκλικό πάγκο κινούνται αθέατοι σαν σε λαγούμι οι ηθοποιοί, που εμφανίζονται κι εξαφανίζονται κυρίως από τα στρογγυλά ανοίγματα. Το σκηνικό θέλει ν’ αναπαραστήσει κάτι σαν… «τρύπα στον χρόνο, που έχει μέσα του συμπυκνωμένη την ιστορία, τις εποχές, τα είδη του θεάτρου, τον κόσμο όλο, είναι μια άβυσσος, μια δίνη», μπορούν όμως οι δύο κύκλοι να εκληφθούν και ως αντιπαράθεση του στατικού Μεσαίωνα, ο μικρός, και της γενεσιουργού (καλών τε και κακών) Αναγέννησης, ο μεγάλος.

Ολες αυτές οι σκέψεις σταματούν όμως στον σκηνικό χώρο, στα κοστούμια και στη μουσική. Ατυχώς, η πολυαναμενόμενη σκηνοθεσία και διδασκαλία του Χάρη Φραγκούλη (σε νέα μετάφραση του Νίκου Χατζόπουλου παρά την εγκυρότητα και φρεσκάδα της υπάρχουσας, του Σεραφείμ Βελέντζα) δεν κατόρθωσε να κάνει πράξη αυτούς τους στοχασμούς και ν’ αναδείξει στο ελάχιστο τις αρετές του άγουρου αστικού δράματος. Προτίμησε να το μεταχειριστεί –και μάλιστα όχι με συνέπεια– ως ρεαλιστική φάρσα για φωνακλάδικο, μπαλαφάρικο, αυθαίρετα και αναίτια χυδαίο, ζωντανό κουκλοθέατρο.

Το έργο, πλάι σε κάποιες αφέλειες και υπερβολές, διαθέτει μυστήριο και σασπένς, χιούμορ, «αρχοντικούς» και ταπεινούς έρωτες, πλεκτάνες, συνεχείς ανατροπές δράσης και μεταστροφές των ηρώων, ακόμη και μεταλλάξεις του ύφους και του ήθους τους. Βασίζεται στο πραγματικό γεγονός της ομαδικής δολοφονίας του εμπόρου Τόμας Αρντεν (πρώην δημάρχου του Φέβερσαμ, αξιολύπητου και φιλήσυχου απατημένου εκ πρώτης, στην ουσία οπορτουνιστή και άπληστου σφετεριστή μικροκτηματιών), δολοφονία που οργάνωσε η άπιστη, κυκλοθυμική και αδίστακτη σύζυγός του, Αλις.

Το μεγάλο κρίμα της σκηνοθετικής αστοχίας είναι πως, εκτός από το δυνατό εικαστικό μέρος, ακύρωσε κι έναν εξαιρετικά ικανό θίασο, έτοιμο όχι μόνο να υποφέρει κινούμενος στα τέσσερα ή σερνάμενος σε στενά λαγούμια, ούτε να τσιρίζει δίχως λόγο και ν’ αγωνιά μπαινοβγαίνοντας από τα στρογγυλά ανοίγματα με επιδόσεις ζογκλέρ. Δείγματα των δυνατοτήτων αυτού του θιάσου κατόρθωσαν να δώσουν: ο μοναδικός Γιάννος Περλέγκας ως αντιφατικός, υβριστής, αλλά και δήθεν ιπποτικός Μόσμπι, κυρίαρχος, είρων, κυνικός και εύστροφος, όπως και η αναγνωρισμένων δυνατοτήτων Μαρία Πανουργιά (Αλίκη) στις διαρκείς παλινωδίες της, ενώ η εξαιρετική Ηρώ Μπέζου διακρίθηκε στις πολλές απαιτητικές κι εύστοχες μεταμορφώσεις της. Οι Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης (Αρντεν), Θάνος Τοκάκης (υπηρέτης και ζωγράφος), Γιάννης Παπαδόπουλος και Νικόλας Χανακούλας (πληρωμένοι φονιάδες) έχασαν το μέτρο είτε στην α-παιξία είτε στο υπερπαίξιμο με αποκλειστική ευθύνη της σκηνοθεσίας.