ΘΕΑΤΡΟ

Χαμόγελο στη ζωή και στον θάνατο

Χαμόγελο στη ζωή και στον θάνατο

ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΟΣΧΟΣ
Διασκεδαστικές ιστορίες περί θνητότητας
(βασισμένο σε διηγήματα
του Αντον Τσέχοφ)
σκηνοθ.: Γιάννης Μόσχος
θέατρο: Πειραιώς 260 (Φεστιβάλ Αθηνών)

Ο τίτλος της παράστασης (δανεισμένος από το ομότιτλο διήγημα) και το φινάλε της, όπου οι τέσσερις ηθοποιοί με χρωματιστά ρούχα και διάθεση αναφέρονται με ελαφράδα, χαμόγελο, μελαγχολική και ευπροσήγορη οικειότητα στην ιδέα του θανάτου τους (επισφραγίζοντάς την και τραγουδιστικά) είναι από μόνα τους πειστήρια πως ο Γιάννης Μόσχος είναι κοντά στην ουσία του τσεχοφικού κόσμου. Του διόλου ερασιθάνατου αλλά ερωτικά καρτερικού με τη ζωή, αλλά και τη μη ζωή. Το ύφος της παράστασης το λένε αποδραματοποίηση. Και τους ανθρώπους, που πηγαινοέρχονται μπρος, πίσω, πλαγιοδρομούν κι επανέρχονται στον ένα δρόμο –του σκηνικού (Τίνα Τζόκα) και της ζωής πριν καταλήξει σ’ εκείνον τον τερματικό, με τις σημύδες– τους είδε η παράσταση με απόσταση και από τους δύο τρόπους που έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε τον Τσέχοφ: Τον ακαδημαϊκό –με τα λευκά κοστούμια και καλύμματα επίπλων, τα σαμοβάρια, τους αναστεναγμούς πλήξης, νοσταλγίας και αυτολύπησης για τις χαμένες ζωές– και τον άλλον, τον «ελαφρύ», τον ντε και καλά γελαστικό, που ευτελίζει την απλούστατη, μύχια, συμπονετική και τόσο αυτοσαρκαστική και γειωμένη κωμικότητα του Τσέχοφ.

Από κει και πέρα, το κάθε διήγημα έχει τόσες αναγνώσεις, όσες και οι αναγνώστες- θεατές του, μια και δεν παρακολουθήσαμε δραματουργική αλλά μόνο σκηνική προσαρμογή της μετάφρασης του Γιώργου Δεπάστα. Το να συμφωνείς με την κάθε σκηνική εκδοχή ή όχι είναι θέμα συντονισμού της φαντασίας, της στιγμής, της διάθεσης, των συνειρμών. Βρήκα, ας πούμε, αναίτια υπερκινητικό το ομότιτλο διήγημα του άπληστου, βουλιμικού Ποντίκιν, που πριν βάλει στο στόμα του τις πολυώροφες με χαβιάρια, ρέγκες και σαρδέλες κρέπες του, παθαίνει αποπληξία. Τα διάσπαρτα χαρτιά με τα ζωγραφιστά αγαθά διέλυσαν την αίσθηση μονοκοντυλιάς αυτού του υπέροχου ταχυδράματος.

Ανάμεσα στα διηγήματα σκεφτόμουν συχνά τη… «θεατρική κομεντί» του θανάτου και της κηδείας του Τσέχοφ, 111 καλοκαίρια πριν. Τόσο πολλά αντιφατικά, ευτράπελα, εξωφρενικά, φαρσικά, μελαγχολικά, συμπτωματικά επεισόδια, κάτι σαν απάνθισμα δικών του διηγημάτων. Από το δωμάτιο του ξενοδοχείου Ζόμερ στο Μπαντενβάιλερ και τον Γερμανό γιατρό-ψυχοπομπό του, τη σαμπάνια, τη νυχτοπεταλούδα που όρμησε μετά το τέλος στο ανοιχτό παράθυρο, το καινούργιο άσπρο κοστούμι που δεν πρόλαβε ζωντανός ώς το βαγόνι με τα στρείδια που μετέφερε τη σορό του ή τη σύγχυση ανάμεσα στο δικό του φέρετρο κι ενός πεσόντος στρατηγού στη Μαντζουρία. Σαν να τα είχε ο ίδιος επινοήσει ή καλύτερα –όπως όλα– απλώς παρακολουθήσει, με συγκαταβατικό, γλυκό, πυρετικό χαμόγελο, που το διέκοπτε ο βήχας και η ελαφριά κοντανάσα του φθισικού.

Η παράσταση ευθυγραμμίστηκε λες με την τάση του Τσέχοφ να υποβαθμίζει την αξία των πολυάριθμων διηγημάτων του –όπως και του μετέπειτα έργου του άλλωστε– τόσο ταπεινή αλλά και σπιρτόζικη, καθημερινή, σημερινή, παντοτινή. Χρησιμοποίησε ευτελή αντικείμενα για να στήσει τα δέκα επιλεγμένα διηγήματα, ευτελή αλλά γεμάτα σχόλια, χιούμορ και σκέψη. Σαν τα κοστούμια που έντυσαν τους ηθοποιούς (Τίνα Τζόκα) και τη μουσική, που χρωμάτισε την παράσταση (Αγγελος Τριανταφύλλου). Ενας αφηγητής «στήριζε» τους δρώντες ηθοποιούς, οι οποίοι με ευστροφία, ταχύτητα, ρυθμό, έξοχη κίνηση (Ανθή Θεοφιλίδου) ζωντάνευαν την υποτυπώδη δράση χωρίς ούτε στιγμή να γίνουν περιγραφικοί. Ηταν και οι τέσσερις εξαιρετικοί στο σκιτσάρισμα των τσεχοφικών ανθρώπων: αχαλίνωτοι, αμήχανοι, κωμικοί, κυνικοί, ονειροπόλοι, αποκρουστικοί, υπέροχοι, άπληστοι, σπαρακτικοί, διαποτισμένοι από μια ζωή που θα ξεδιπλωθεί αργότερα στα μεγάλα έργα: Ζωή αβάσταχτα μοναχική, σε μια κοινωνία «καθένας για τον εαυτό του κι όλοι μαζί για κανέναν», κάτι που συναποτελεί την ανθρώπινη κωμωδία τους.

Η Λυδία Φωτοπούλου, κυρίαρχη της τσεχοφικής ουσίας, ώριμη, αισθαντική, άμεση, παιγνιώδης, αστεία, μελαγχολική, ερωτική, συγκέντρωνε στο παίξιμό της περάσματα από ηρωίδες των μεγάλων έργων του συγγραφέα, με την Εύη Σαουλίδου να συμπράττει αντάξια, άλλοτε αμφίθυμη και άλλοτε μεστά κωμική. Ο Αλέξανδρος Μυλωνάς και ο Μιχάλης Οικονόμου γενναιόδωρα ζωντάνεψαν με το ταλέντο τους το απαύγασμα της μοναξιάς, της φθοράς, του εγωκεντρισμού, της πλήξης, της ζωής, της μη ζωής, που εκπορεύεται από την παράσταση.