ΘΕΑΤΡΟ

«Ρήσος», μια πρωτόγνωρη εμπειρία στο Λύκειο του Αριστοτέλη

risos-mia-protognori-empeiria-sto-lykeio-toy-aristoteli-2092668

Η… «προσυγκέντρωση» ήταν στον προαύλιο χώρο του Ωδείου Αθηνών, στην οδό Ρηγίλλης, το βράδυ της Τετάρτης. Εκεί χωριστήκαμε σε τέσσερις ομάδες (η μπλε, η κόκκινη, η πράσινη, η κίτρινη, από τα χρώματα στις μπλούζες των οδηγών μας) και ξεκινήσαμε για το διπλανό Λύκειο του Αριστοτέλη για να παρακολουθήσουμε μια εντελώς νέα εμπειρία: ένα αρχαίο δράμα, τον «Ρήσο», που κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα ποιος το έγραψε, μέσα σ’ έναν μαγικό χώρο στο κέντρο της πόλης, που περνούσαμε και αγνοούσαμε, στο Λύκειο του Αριστοτέλη. Η δαιμόνια και ακούραστη Κατερίνα Ευαγγελάτου είχε αυτή την παράτολμη ιδέα και υπογράφει και τη σκηνοθεσία της παράστασης. Σε μία από τις ομάδες, στην προχθεσινή πρεμιέρα του «Ρήσου», βρισκόταν ο αν. υπουργός Πολιτισμού Ν. Ξυδάκης και ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού, Στάθης Λιβαθινός.

Ακολουθήσαμε τα χαραγμένα μονοπάτια, είδαμε τις ροδιές, τις τριανταφυλλιές και τις λεβάντες και οι ομάδες στήθηκαν σε συγκεκριμένα σημεία, σαν ν’ αγκαλιάζουν τον χώρο. Στη διαδρομή συναντήσαμε την μπάντα που έπαιζε ζωντανά τη μουσική της παράστασης (Λευτέρης Βενιάδης), μια μουσική που συνόδεψε ταιριαστά όσα ακολούθησαν. Εκεί είχε σταθεί και η τάξη κρουστών του Δημήτρη Δεσύλλα από το Ωδείο Αθηνών.

Πήραμε τις θέσεις και σ’ αυτόν τον μαγικό χώρο ακούστηκαν, με βροντερή off φωνή (που προδόθηκε από κάποια τεχνικά προβλήματα) τα λόγια του Αριστοτέλη (αποσπάσματα από τα κείμενα «Ο τόπος», «Περί ενυπνίων», «Τα ήθη των νέων»).

Και μας φάνηκε ότι ήταν γραμμένα μόλις χθες: «Υπάρχει ο τόπος ή δεν υπάρχει;». «Ποιος είναι ο τρόπος ύπαρξής του;». «Τι είναι ο τόπος;». «Οι προηγούμενοι δεν μας άφησαν απολύτως τίποτα. Ούτε απορίες ούτε πόρους». Ολην αυτήν την ώρα, που διήρκεσε περίπου 25 λεπτά, οι τέσσερις ομάδες κινούνταν κυκλικά του χώρου. Ομολογουμένως η αίσθηση ήταν πρωτόγνωρη. Η μουσική οδηγούσε και καθόριζε την κίνηση των ηθοποιών που είχαν ήδη εμφανιστεί μέσα στον αρχαιολογικό χώρο (χορογραφία Πατρίτσια Απέργη).

Μόλις τελείωσε η φάση του περιπάτου πήραμε τις θέσεις μας (στις καρέκλες ή στα μαξιλάρια που υπήρχαν σε δύο υψώματα του χώρου) και είδαμε τότε όλη την ομάδα των ηθοποιών να κινείται στον χώρο φορώντας στο κεφάλι σουρωτήρια, χωνιά, χάρτινα καπέλα, κρατώντας χάρτινα σπαθιά. Μια αμφίεση (κοστούμια Βασιλική Σύρμα), που παρέπεμπε ασφαλώς σε παιδικό παιχνίδι, σε μιαν αθωότητα.

Ετσι κι αλλιώς όλη η παράσταση κινήθηκε ανάμεσα στην παρωδία, στο παιχνίδι, στην αφελή αθωότητα και στην ονειρική φαντασίωση (που είχε για βοηθό τον Αριστοτέλη και τα λόγια του).

Ο «Ρήσος» είναι ένα αρχαίο δράμα που παίζεται σπάνια – ίσως γιατί σαν έργο είναι πολύ αδύναμο. Η Κατερίνα Ευαγγελάτου το τόλμησε, είχε στη διάθεσή της αυτόν τον υπέροχο χώρο, χρησιμοποίησε ως σκηνικό τα παράθυρα του διπλανού Ωδείου Αθηνών, φώτισε υπέροχα τα όνειρα και τους εφιάλτες των ηρώων, αλλά η αλήθεια είναι ότι μπερδευτήκαμε. Η «σκηνή» του Λυκείου, έτσι μεγάλη που ήταν δεν βοηθούσε στην παρακολούθηση της δράσης. Δεν ξέραμε ακριβώς ποιος μιλούσε κάθε στιγμή. Από τις πιο δυνατές στιγμές του έργου ήταν η ώρα που ακούγονταν τα λόγια του Αριστοτέλη. Και μία ακόμη παρατήρηση: Μάλλον η σκηνοθεσία έγειρε περισσότερο προς την κωμωδία ή την παρωδία, δίνοντας τη δική της λύση στην πολυδιάσταση του κειμένου.

Παρ’ όλα αυτά ήταν μια σπουδαία πρωτοβουλία, μια καλοοργανωμένη και δύσκολη παράσταση που υπηρετήθηκε με αυταπάρνηση από όλους.