ΘΕΑΤΡΟ

Λαϊκίστικη παρωδία του Σαίξπηρ

Λαϊκίστικη παρωδία του Σαίξπηρ

ΣΑΙΞΠΗΡ
Ιούλιος Καίσαρας
σκηνοθ.: Τσέζαρις Γκραουζίνις
θέατρο: Πειραιώς 260 (Φεστιβάλ Αθηνών)

«Αφού δεν τους αρέσει το έργο γιατί το σκηνοθετούν», ρωτούσε βγαίνοντας από τον χώρο Η της Πειραιώς αγανακτισμένος συν- θεατής, από αυτούς που δεν χειροκρότησαν τη παράσταση του Λιθουανού… Καίσαρα. Κάποια πληροφορία πως το κοινό δεν θα δει το έργο του Σαίξπηρ αλλά μια παρωδία με διαφορετική υπόθεση, πρόθεση και ήθος, θα ήταν αναγκαία, καθώς μικρό μέρος των θεατών έχει προσωπική επαφή με τα έργα που βλέπει. Πολλοί από τους γελώντες θα θεώρησαν το ισοπεδωτικό αποτέλεσμα της παράστασης (δραματουργία Γκραουζίνις – Μάρω Παπαδοπούλου) ως το προφητικό, διεισδυτικό, οικουμενικό κοίταγμα του Σαίξπηρ στα μυστήρια της ανθρώπινης φύσης σε σχέση με την πολιτική και την εξουσία. Το πολιτικό μήνυμα της άποψης, κάτι σαν «όλοι τους ίδιοι ήτανε και είναι», ευθυγραμμίζεται βολικά με τις πιο ρηχές, λαϊκίστικες, «πολιτικές» ερμηνείες του σήμερα. Εξαφανίζει (με διαστρεβλώσεις, παραλείψεις, κοψίματα, επιθεωρησιακά κόλπα, εύκολα σχόλια και πιασάρικα ευρήματα) όλα τα σαιξπηρικά αναχώματα στις μονοδιάστατες μορφές κι ερμηνείες τους. Ρίχνει τον Βρούτο στον σωρό των έντρομων, φιλοχρήματων, ωμών, συνωμοτών πατρικίων, που άλλο δεν φοβούνταν από τον Καίσαρα που σκότωσαν, παρά μόνο την απώλεια της μέχρι τότε προνομιακής ζωής τους. Ισοπεδώνει, δηλαδή, τον έναν από τους δύο μεγάλους πρωταγωνιστές του έργου, αφανίζοντας κάθε μέγεθος, εσωτερική πάλη και σύγκρουση, κάθε ηθικό περιεχόμενο και τραγική αντίφαση αυτής της σπουδαίας σαιξπηρικής προσωπικότητας. Για πολλούς μελετητές, ακόμη και προάγγελου της σκοτεινής, ιδιοφυούς αινιγματικότητας του Αμλετ, ένα χρόνο μετά.

Η δραματουργική αλλοίωση δεν άφησε απ’ έξω τις γυναικείες μορφές του έργου, την Πόρσια, σύζυγο του Βρούτου, και την Καλπουρνία, σύζυγο του Καίσαρα. Την πρώτη –την ωραία κι ερωτευμένη Πόρσια, που μετά τη δολοφονία του Καίσαρα παραφρονεί από αγωνία για τον Βρούτο και αυτοκτονεί– η παράσταση τη μετατρέπει σε γυναικάκι, που σέρνεται πρώτα στα πόδια του βίαιου και χειροδικούντος φαλλοκράτη (αν και κουνιστού) Βρούτου και μετά «ρίχνεται» στον φιλόμουσο υπηρέτη του, Λούκιο, με τον οποίο ζευγαρώνει. Την Καλπουρνία –την έντρομη για τη ζωή του άνδρα της, άτεκνη και ενάρετη γυναίκα του Καίσαρα– η παράσταση την παρουσιάζει ως αρχομανές θηλυκό, που σέρνει τον Καίσαρα από τη μύτη δίνοντας διαταγές στους πάντες, ερωτοτροπεί με τον γοητευτικό Αντώνιο και στο τέλος γίνεται μ’ αυτόν ζευγάρι. Κάτι σαν «ζήσανε αυτές καλά κι όλοι οι άλλοι διόλου καλά» μετά το, επιθεωρησιακού ύφους, γκραν γκινιόλ «χορευτικό χαρακίρι», όπου όλοι οι συνωμότες πέφτουν πάνω στα σπαθιά τους, «εξυπηρετώντας» ο ένας τον άλλον κρατώντας τα.

Ο γνωστός λόγος του Βρούτου μετά τον φόνο, αλλά κι εκείνος του Αντώνιου προς τους ευκολόπιστους πληβείους –μοναδικό δείγμα λαοπλάνας ρητορείας– παραστάθηκαν ως οδηγίες πρόβας κάποιου ειδικού (σκηνοθέτη ή τεχνοκράτη), που τους μοίραζε σε χαρτιά τα λόγια. Ο ίδιος πρόσθετε τις ιαχές του όχλου και όπου χρειαζόταν παρίστανε το πτώμα του Καίσαρα (που μετά τον φόνο είχε πάει ν’ αλλάξει… ρούχα), προκαλώντας γέλια αφού αναγνώριζαν τον ίδιο ηθοποιό (Κώστας Μπερικόπουλος).

Η μετάφραση στην οποία βασίστηκε ο παρορμητικός αυτός πολιτικός φλύαξ ήταν του Μίνωος Βολανάκη, που εν ζωή αμφιβάλλω αν δεχόταν να την παραχωρήσει. Τα σκηνικά, παραπομπή στην αποστειρωμένη και πνιχτών ήχων πολυτέλεια των χώρων λήψης αποφάσεων διεθνώς, όπως και τα άψογα ραμμένα σύγχρονα κοστούμια πάνω στους καλωδιωμένους ενοίκους τους, ήταν του Kenny MacLellan, η μοντέρνου ύφους μουσική του (της;) Martynas Bialobzeskis και οι πολύ προσεγμένοι φωτισμοί του Νίκου Βλασόπουλου.

Εκτός από τον αδιαμφισβήτητο πρωταγωνιστή της παράστασης Κώστα Μπερικόπουλο (στάση, κίνηση, ελαφριά λόρδωση και ύφος απέδωσαν εύστοχα τις αδυναμίες χαρακτήρα και κράσης με τις οποίες –πλην των επαρμένων λόγων του– βαραίνει ο Σαίξπηρ τον Καίσαρα, ενώ γλέντησε φανερά και τον ρόλο του «ειδικού» – σκηνοθέτη), η επίλεκτη διανομή υπηρέτησε πιστά την άποψη, π.χ. με έναν ισοπεδωμένο και συχνά γελοίο Βρούτο (Γιάννης Στάνκογλου), έναν κωμικά αψίκορο και αγροίκο Κάσσιο (Δημήτρης Ημελλος) ή έναν ρηχό, καλοζωιστή Αντώνιο (Γιώργο Γάλλο) χωρίς να επιχειρηθεί ερμηνευτική απόκλιση από μια μέτρια παρωδία πάνω σ’ ένα πολιτικό, διαχρονικό αριστούργημα.