ΘΕΑΤΡΟ

Ο σαρκασμός της ουτοπίας

Ο σαρκασμός της ουτοπίας

ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ
Εκκλησιάζουσες
σκηνοθ.: Γιάννης Μπέζος
θέατρο: Εθνικό (Ηρώδειο)

Η πρώτη εμφάνιση της Πραξαγόρας (βλέπε Μπέζος παίζει τη γυναίκα, που παίζει τον άνδρα) με μπλε, συντηρητικό κοστούμι δύο νούμερα μικρότερο (στα μέτρα του Ζουγανέλη – Βλέπυρου) με μπατζάκια σαν να τα έκοψε το τρένο, μαλλιά κολλημένα, γαλάζιο πουκάμισο να περιορίζει σεμνο-προκλητικά τα πεταχτά στήθη, δίνει μαζί με τον μονόλογο που απευθύνει στο λυχνάρι της, αλλά και τη συνάντησή της με τις υπόλοιπες μεταμφιεσμένες γυναίκες, το στίγμα της παράστασης: ακριβής, λιτή ανάγνωση δίχως εκμετάλλευση της αθυροστομίας, μετρημένοι, εύστοχοι αναχρονισμοί, στοχευμένοι πολιτικοί υπαινιγμοί, αυθεντική και σφύζουσα επιθεωρησιακή φαντασία, ευρεία και έξοχη μουσική και κινησιολογική απόδοση χορικών, κωμικότητα, ζηλευτό μέτρο. Ενας απολαυστικός μα και στοχαστικός Αριστοφάνης. Μια παρηγορητικά σαρκαστική ουτοπία που συνδέει 24 πολυκύμαντους αιώνες, μέσα από τις επαναλαμβανόμενες (και αποτρεπτές) δυστυχίες ενός τόπου και λαού, που δεν λέει να μάθει από τα πάθη του.

Στη νέα ουτοπία – σχέδιο της Πραξαγόρας (ευθεία διακωμώδηση στοιχείων της Πλατωνικής Πολιτείας) οι γυναίκες, μεταμφιεσμένες σε αρσενικά, ψηφίζουν τη μεταβίβαση της εξουσίας από τους φαύλους και πολεμοχαρείς άνδρες σ’ εκείνες. Εφαρμόζουν έναν απλοποιημένο κομμουνισμό με κοινοκτημοσύνη γαιών, χρημάτων, αγαθών, δούλων και σεξουαλικών σχέσεων. Η κριτική του Αριστοφάνη που βάζει αρχικά στόχο την επικρατούσα (από τότε!) νοοτροπία –ελάχιστη εργασία, μέγιστη είσπραξη, μηδενική απόδοση– κορυφώνεται σε ευτράπελα επεισόδια όταν μπαίνει το θέμα των σεξουαλικών ρυθμίσεων του νέου καθεστώτος.

Ο Γιάννης Μπέζος, ο οποίος εκτός από τον ρόλο της Πραξαγόρας σκηνοθέτησε και δίδαξε με όραμα, γνώση και συνέπεια το έργο, επεξεργάστηκε εμπνευσμένα την έξοχη μετάφραση του Βολανάκη. Τα ελάχιστα λειτουργικά σκηνικά και τα μελετημένα με κέφι κοστούμια ήταν του Γιώργου Γαβαλά, ενώ οι φωτισμοί του Χρήστου Τζιόγκα.

Αξιοπρόσεκτο, πόσο τα ευρήματα της παράστασης λειτούργησαν ως στοιχεία ομογενοποίησης και όχι πλατειασμού, ως συνήθως. Αν εξαιρέσει κανείς την αγωνία των γυναικείων φωνών να ακουστούν στο δύσκολο κοίλον του Ρωμαϊκού Ωδείου με αποτέλεσμα να είναι και όπου δεν χρειαζόταν τσιριχτές και οξύφωνες, η διδασκαλία του δεκατετραμελούς γυναικείου χορού ήταν υποδειγματική. Ανέδειξε σύνολα, άτομα και διακριτές προσωπικότητες, όπως, π.χ., της Ανδρης Θεοδότου κ.ά. Σε αυτό το αποτέλεσμα συντέλεσαν εκτός από τις επίλεκτες ηθοποιούς με χορευτικά και φωνητικά προσόντα, η μουσική και οι στίχοι του Κωστή Μαραβέγια, η μουσική διδασκαλία της Μελίνας Παιονίδου, η ζωντανή ορχήστρα από ηθοποιούς της παράστασης και η μοναδική δουλειά κίνησης της Σεσίλ Μικρούτσικου.

Η εμφάνιση στη Β΄ πράξη του ηθοποιού Μπέζου σε μονή αποστασιοποίηση, δηλαδή ως γυναίκα Πραξαγόρα, επεφύλασσε στο κοινό ακόμη μία ξεκαρδιστική έκπληξη: Ενώπιόν μας, με το εμβληματικό λεμονί παλτό, το γκρενά παντελόνι, τη λευκή μπλούζα, τη χαρακτηριστική κόμμωση, στάση, κίνηση, ύφος, ύψος προβάλλει απαράλλαχτη η Ζωή Κωνσταντοπούλου. Τόσο εύγλωττα συνειρμική και ισχυρή μεταμφίεση, που δεν χρειάστηκε η παραμικρή λεκτική ή χειρονομιακή προσθήκη. Το Ωδείο σείστηκε από τα γέλια και το κοινό ανέλαβε μόνο του τα σχόλια από την υποκριτική πολιτική του θαυμάσιου κωμικού και ρολίστα.

Οι ηθοποιοί της υπόλοιπης διανομής συμπλήρωσαν το άρτιο έως σπάνιο αποτέλεσμα. Από τον καλό δίχως ιδιαίτερες εκπλήξεις Βλέπυρο του Γιάννη Ζουγανέλη, στον εξαιρετικό υποκριτικά και κινησιολογικά Χρέμη του Λαέρτη Μαλκότση, τον με μέτρο γραφικό Ανδρα του Παναγιώτη Κατσώλη, τον Γείτονα του Νίκου Μαγδαληνού ή τον κάπως υπερβολικό Σχολιαστή του Κώστα Κοράκη. Ως Νέος με ανεξέλεγκτες κινήσεις και ανεξέλεγκτες ορμόνες ήταν πολύ επιτυχημένος ο Πάνος Βλάχος, όπως και ως ποθητή Νέα η καλή ηθοποιός Δανάη Σκιάδη. Μεγάλο μέρος του γέλιου μοιράζει ο Αριστοφάνης στις τρεις Γριές, που πρέπει να ικανοποιήσει ο νέος πριν φθάσει στη ποθητή του νέα. Ηταν η μία καλύτερη από την άλλη. Πληθωρική, φορτική έως… αναρριχητική, με πεσμένους (λόγω χρόνων και βαρύτητας) τους καρπούς της λαγνείας της, η Α΄ Γριά του Γιώργη Τσουρή· αγέρωχης κτητικότητας, βασίλισσα της παρακμής η Β΄ Γριά του Μπάμπη Γαλιατσάτου· παρτσακλό, ανορεξικό και ξεδοντιασμένο σκιάχτρο η Γ΄ Γριά του Θανάση Ισιδώρου. Κορύφωσαν ένα από τα αθάνατα αριστοφανικά νούμερα στις καλύτερες εκδοχές του σε μια αξιομνημόνευτη παράσταση.