ΘΕΑΤΡΟ

Πάει κάθε πεζό στο θέατρο;

theatro1

ΑΝΤΟΝ ΤΣΕΧΩΦ
Θάλαμος αρ. 6
σκηνοθ.: Γιολάντα Μαρκοπούλου
θέατρο: Οδού Κεφαλληνίας (Β’ σκηνή)

ΧΕΡΜΑΝ ΜΠΡΟΧ
Η Τσερλίνε και το σπίτι των κυνηγών
σκηνοθ.: Γιάννης Καλαβριανός
θέατρο: Οδού Κεφαλληνίας

Τα χαρακτηριστικά της ρώσικης ιδιοσυγκρασίας που ο Τσέχωφ καυτηρίαζε περισσότερο ήταν η αναποφασιστικότητα, η νωθρότητα, η αναβλητικότητα, από τα οποία δεν εξαιρούσε τον εαυτό του. Στη νουβέλα «Θάλαμος αρ. 6» (1892), με κεντρικό ήρωα έναν επαρχιακό γιατρό που επί είκοσι χρόνια –ηθικά ακέραιος, αηδιασμένος, δυστυχής, ωστόσο αναποφάσιστος και αδρανής– διευθύνει ένα καταρρέον, φαύλο νοσοκομείο με ασθενείς-τροφίμους σε άθλιες συνθήκες, υπάρχουν σίγουρα και αυτοβιογραφικές αιχμές.

Στον θάλαμο αρ. 6 (για παρανοϊκούς), έρμαιο της «φύλαξης» του βάναυσου Νικήτα, φυτοζωεί ο Ιβάν Ντμίτριτς Γκρόμοφ, μορφωμένος, σκεπτόμενος μέχρι παραφροσύνης και με μανία καταδίωξης. Ο εγκλεισμός του εκεί έγινε με εντολή του γιατρού Ράγκιν, ο οποίος, σε μια τυχαία επίσκεψη χρόνια μετά, διαπιστώνει πως στο πρόσωπο του Γκρόμοφ έχει επιτέλους βρει τον μοναδικό λογικό και ενδιαφέροντα συνομιλητή της μίζερης ζωής του. Οι επισκέψεις του και οι βαθυστόχαστες συζητήσεις με τον ασθενή πυκνώνουν τόσο πολύ, που το κουτοπόνηρο, ακοινώνητο, υστερόβουλο περιβάλλον του νοσοκομείου και της πολίχνης δεν αργεί να βγάλει και τον ίδιο τρελό, να τον ρίξει στον ίδιο θάλαμο με τον ασθενή και με φύλακα τον άξεστο Νικήτα.

Εχουμε εδώ έναν γιατρό και τον ασθενή του. Ο υγιής θεράπων ανακαλύπτει άραγε πλάι στον παράφρονα την αρχή και της δικής του παραφροσύνης ή μήπως δεν είναι παραφροσύνη αλλά η αλήθεια που αρχίζει να ανακαλύπτει;

Το αριστοτεχνικό, οξυδερκές αυτό διήγημα του Τσέχωφ έχει διασκευαστεί για το θέατρο και το ραδιόφωνο πάμπολλες φορές σε πολλές χώρες και γλώσσες. Δεν έτυχε να το δω παρά μόνο στην παράσταση της Γιολάντας Μαρκοπούλου που μου άφησε ανάμεικτες εντυπώσεις.

Η «διάχυση» του κλίματος τάχα του έργου κατά την είσοδο των θεατών, οι διαρκείς ηχητικές παρεμβολές μαζί με την άμετρη ένταση των φωνών στη μικρή, χαμηλή σκηνή, ιδίως του Μιχάλη Μουλακάκη (Γκρόμοφ), έδωσαν ένα τόσο έντονα και άδικα ερασιτεχνικό στίγμα που ακόμα και καλές στιγμές στους μονολόγους του Νίκου Γιαλελή (Ράγκιν) ή στις εύστοχες μεταμορφώσεις του Κώστα Κορωναίου (γιατρός Χόμποτοφ, Νικήτας) δεν μπόρεσαν να το ανατρέψουν. Δεν ξέρω επίσης αν η τόσο κεντρική παρουσία του Μιχαήλ Αβεριάνιτς (Παναγιώτης Παναγόπουλος) φώτισε ή αποπροσανατόλισε την πορεία και ουσία του πεζογραφήματος στη διασκευή της Ελσας Ανδριανού πάνω στην κλασική μετάφραση του Αρη Αλεξάνδρου.

Αντί μονολόγου

Στη διάρκεια της παράστασης «Η Τσερλίνε και το σπίτι των κυνηγών» συχνά αναρωτήθηκα αν κάθε πεζογράφημα είναι κατάλληλο για διασκευή με ρόλους περισσότερους από αυτόν ενός μονολόγου. Γνωρίζω μόνον την Τσερλίνε της Ζαν Μορό, μονόλογο που η επιτυχία του πριν από αρκετές δεκαετίες έκανε τους «Αθώους» του Μπροχ γνωστούς και στο θέατρο.

Ως επιλογή το έργο μάς αφορά αναμφίβολα κοινωνικά και πολιτικά, με τον υφέρποντα φασισμό της κάθε μέρας μας, τον κοινωνικό φθόνο, τις διαπροσωπικές αντιζηλίες, την ουσιαστικά πολιτική απάθεια γύρω μας και τους παντοειδείς «ρατσισμούς» άσχετα με την κομματική προτίμηση ή και την ιδεολογία του καθενός. Ο Μπροχ, με το διόλου ομοιογενές αυτό έργο, κατόρθωσε άλλωστε να περιγράψει και να αναλύσει τον βιωματικό ναζισμό πριν από την πολιτική του επικράτηση.

Φοβούμαι πως η προσεγμένη παράσταση του Γιάννη Καλαβριανού, με τους διαλεχτούς και καλοδουλεμένους ηθοποιούς, πολύ λίγα από τα επιδιωκόμενα μηνύματα μπόρεσε να εκπέμψει έτσι όπως προσκολλήθηκε σε ένα σχεδόν νατουραλιστικό σχήμα από το οποίο δεν μπορούσε να δραπετεύσει καμία υπέρβαση. Οταν η γηράσκουσα υπηρέτρια Τσερλίνε (Μπέττυ Αρβανίτη) διηγείται τη ζωή της ανάμεσα στη βαρόνη (Μαρία Κατσιαδάκη), την κόρη της Χίλντεγκαρντ (Σύρμω Κεκέ), τον μακαρίτη «πατέρα»και τον πραγματικό πατέρα της Χίλντεγκαρντ, φον Γιούνα, εραστή βαρόνης και υπηρέτριας Τσερλίνε, θα περιμέναμε να ζωντανεύουν χώροι και τριγμοί του παρελθόντος για να βρουν τη συνέχειά τους στο θεατρικό τώρα, όπου αρσενικός ρυθμιστής αθώων-συνενόχων και θυμάτων (Εύα Σιμάτου) γίνεται στα χέρια της Τσερλίνε ο πλούσιος νέος, Αντρέας (Κώστας Βασαρδάνης). Ούτε χώροι ούτε τριγμοί ξεπήδησαν δυστυχώς από την επίπεδη παράσταση, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες ηθοποιών και καλών συντελεστών.