ΘΕΑΤΡΟ

«Αναβίωση» που σπάει τη ρουτίνα

anaviosi-poy-spaei-ti-roytina-2114978

Η «Μποέμ» του Τζάκομο Πουτσίνι είναι μια όπερα παγκοσμίως αγαπητή, έχει όμως και μια ιδιαίτερη παράδοση στη χώρα μας, αφού ήταν η πρώτη που παρουσίασε το Ελληνικό Μελόδραμα του Διονυσίου Λαυράγκα στο Δημοτικό Θέατρο Αθηνών το 1900, τέσσερα μόλις χρόνια μετά την παγκόσμια πρώτη παράσταση στο Θέατρο του Τορίνο το 1896. Στην Αθήνα μάλιστα η όπερα δόθηκε στα ελληνικά και ο Λαυράγκας διηγούνταν στα απομνημονεύματά του την εντύπωση που του είχε κάνει η απόδοση κάποιων από τους πρώτους στίχους: «Με χίλια τζάκια καπνίζει το Παρίσι».

Ηταν με συγκίνηση που ξαναδιαβάσαμε την αντίστοιχη διατύπωση στους υπέρτιτλους στο Θέατρο Ολύμπια την Πέμπτη 10 Δεκεμβρίου 2015, στην πρώτη από τις επτά παραστάσεις της όπερας, με την οποία η Εθνική Λυρική Σκηνή συμμετέχει φέτος στις χριστουγεννιάτικες εκδηλώσεις. Σαν μια διακριτική υπόμνηση της ιστορίας που έχει η όπερα ως τέχνη και ως θεσμός στη χώρα μας, που όταν δημιουργεί ρίζες και παράδοση, αναπόφευκτα ερμηνεύεται και καλά.

Η όπερα δόθηκε στη σκηνοθεσία που είχε επιμεληθεί η Λίνα Βερτμίλερ για την καλλιτεχνική περίοδο 1996-1997, και η οποία παρουσιάστηκε και πέρυσι. Είναι μια σκηνοθεσία απολύτως πιστή στο έργο και καλοκουρδισμένη. Καθώς είναι ήδη γνωστή, δεν χρειάζεται να επεκταθούμε, αρκεί να πούμε ότι όπως και οι ταινίες που μας χάρισε αυτή η ανατρεπτική όσο και πανέξυπνη καλλιτέχνης, έτσι και η σκηνοθεσία της παρακολουθείται χωρίς να έχει χάσει καθόλου από το ενδιαφέρον της. Τα κομψά και καλοφτιαγμένα σκηνικά και ενδύματα του συνεργάτη και συζύγου της Ενρίκο Γιομπ εξακολουθούν να εντυπωσιάζουν ευχάριστα, ενώ η αναβίωση της Κατερίνας Πετσατώδη ήταν φροντισμένη και γεμάτη ζωντάνια.

Επικεφαλής της διανομής απολαύσαμε την Τσέλια Κοστέα (Μιμί), επιβεβαιώνοντας ότι έχει φωνή ιδανική για Πουτσίνι. Με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον όμως παρακολουθήσαμε και δύο εξαιρετικούς νέους Ιταλούς τραγουδιστές. Καταρχήν τον τενόρο Ματέο Λίππι (Ροντόλφο), διεθνώς ανερχόμενο χάρις στον συγκεκριμένο ρόλο. Με φωτεινό ηχόχρωμα και άνετη ψηλή περιοχή, έχει φωνή κομμένη και ραμμένη για Ροντόλφο, και μια ευχάριστη, πολύ συμπαθή και ανθρώπινη σκηνική παρουσία. Επίσης, τον βαρύτονο Ματτία Ολιβιέρι (Μαρτσέλο), με ωραιότατη ακμαία φωνή και πολύ ζωντανή υποκριτική.

Την τετράδα των μποέμ καλλιτεχνών συμπλήρωσαν πολύ άξια οι Ακης Λαλούσης (Σωνάρ) και Τάσος Αποστόλου (Κολλίνε). Ξεχωριστή, έντονα θεατρική ήταν η Μαρία Κόκκα (Μουζέτα), ενώ οι  Παύλος Μαρόπουλος (Μπενουά) και Κώστας Μαυρογένης (Αλσιντόρο) απέδωσαν πολύ ωραία τους δύο μικρούς, αλλά πάντοτε αξιομνημόνευτους ρόλους. Εξαιρετικές ήταν, επίσης, η χορωδία και η παιδική χορωδία της ΕΛΣ, σε διεύθυνση Αγαθάγγελου Γεωργακάτου και Μάτας Κατσούλη, αντίστοιχα.

Στα προσόντα της σκηνοθεσίας είναι ότι αφήνει χώρο και χρόνο στη μουσική. Μπορέσαμε έτσι να εκτιμήσουμε τη λεπταίσθητη ψυχογραφική ενορχήστρωση του Πουτσίνι, που με επιμέλεια ανέδειξαν οι μουσικοί της ορχήστρας υπό τη διεύθυνση του Μύρωνα Μιχαηλίδη. Θερμή ήταν και η ανταπόκριση του κοινού, για μια αναβίωση που δεν ήταν ρουτίνα.