ΘΕΑΤΡΟ

Μη μεταβιβάσιμες εμπειρίες

theatro1

ΧΑΡΟΛΝΤ ΠΙΝΤΕΡ
Τέφρα και σκιά
σκην.: Δημήτρης Καραντζάς
θέατρο: Ροές

Γυναίκα καθιστή, άνδρας όρθιος σε εσωτερικό ή εξωτερικό σαλόνι εγγλέζικου εξοχικού. Ασαφής η μεταξύ τους σχέση. Μάλλον ζευγάρι. Το έργο δύσκολα ταξινομείται ακόμα και μέσα στο πιντερικό «σύμπαν». Iσως επειδή «στο “Τέφρα και σκιά” το πολιτικό στοιχείο (όπως π.χ. στη “Βουνίσια γλώσσα” ή στο “Ενα τελευταίο και φύγαμε”) συνορεύει σε τέτοιο βαθμό με το ιδιωτικό (όπως π.χ. στην “Προδοσία” ή στους “Παλιούς καιρούς”) που γίνονται ένα», σημείωνε ο Λευτέρης Βογιατζής για την πανελλήνια πρώτη του, το 2000.

Η Ρεβέκκα μιλάει για μια παλιά σχέση της. Περιγράφει μια συμβολική, σχεδόν τελετουργική χειρονομία βίας που με τη θέλησή της ανεχόταν από τον εραστή της. Ο Ντέβλιν ζητεί να μάθει για το επάγγελμα, τα χαρακτηριστικά αυτού του εραστή αλλά η Ρεβέκκα, διανύοντας τις δικές της νοερές διαδρομές, περιορίζεται σε αποκομμένες λεπτομέρειες, σπαράγματα γεγονότων, εικόνων, βιωμάτων, που μπορεί να τα έζησε, μπορεί και όχι. Το πρόσωπο του εραστή από το παρελθόν γίνεται μέσα σ’ αυτό το ελάχιστο έργο -των ουσιαστικά χιλίων λέξεων κατά την Τζένη Μαστοράκη που μετάγγισε μοναδικά στη γλώσσα μας την υποδόρια πολυπλοκότητα του πιντερικού λόγου- ο συνηθισμένος τρίτος πόλος του συγγραφέα. Μέσω της συνεχούς αναφοράς τους σ’ αυτόν… -όπως πίστευε ο Βογιατζής- «ο ιδιωτικός χώρος της Ρεβέκκας και του Ντέβλιν σιγά-σιγά μεγαλώνει σαν να ανοίγουν πόρτες, παράθυρα, τοίχοι… ένας εφιαλτικός κόσμος βιαιοπραγιών, καταστροφής και εκμετάλλευσης εισχωρεί στο δωμάτιο με μόνο μέσο τη γλώσσα. Ο Πίντερ λειτουργεί με μικρά, λεκτικά σοκ… Βλέπουμε τη Ρεβέκα να απορροφάται σταδιακά από αυτές τις αγριότητες… να γίνεται κατά κάποιο τρόπο μέρος της συλλογικής μνήμης που δεν πρέπει να σβήσει»… όμως συνήθως, όπως καταγγέλλει ο Πίντερ σ’ αυτή τη κρυπτογραφημένη παραβολή, η αδιάφορη Δύση αποδέχεται τη βία και στη καθημερινότητά της, υπακούει σ’ εκείνον που την ασκεί, εθελοτυφλεί μπρος στο αυταπόδεικτα φρικαλέο.

Σίγουρα για έναν νέο σκηνοθέτη όπως ο Καραντζάς, η πρόκληση να ασχοληθεί με το ερμητικότερο ίσως έργο της πιντερικής δραματουργίας ήταν διπλή, μετά την αποκαλυπτικής σαφήνειας και πυκνότητας παράσταση του Βογιατζή με την Πιττακή, 15 χρόνια πριν. Ακολούθησε τα βήματα της πρώτης διδασκαλίας του έργου, δίχως ωστόσο να μπορέσει να διεισδύσει κάτω από την επιφανειακή τέφρα της πεζότητας και του φαινομενικού ρεαλισμού στο «ηφαιστειώδες ενεργειακό στοιχείο», που καθιστά τις λέξεις και τις σιωπές διάπυρες και απειλητικές.

Ο χώρος (Ιωάννα Τσάμη) ορίζεται από λευκή άμμο θαλάσσης αντί δαπέδου, με αμμόφυτα εδώ κι εκεί κι έξι στρογγυλά φωτιστικά (Αλέκος Αναστασίου), προτιμώντας την απροσδιοριστία από μια έστω μίνιμαλ ρεαλιστική ατμόσφαιρα που ορίζει ο συγγραφέας.

Η παράσταση αρχίζει και τελειώνει με τη Ρεβέκκα καθισμένη σε πολυθρόνα εσωτερικού χώρου στα δεξιά, με κομψό φόρεμα (Ιωάννα Τσάμη) και πέδιλα που βγάζει αργότερα και μένει ξυπόλυτη. Ο Ντέβλιν, ντυμένος ουδέτερα, όρθιος και ακίνητος, αριστερά. Την προσπερνάει αργότερα μόνο για να πάει στο έπιπλο-μπαρ, στην ίδια ευθεία, πίσω της. Οι κυκλικές «διαδρομές» του Βογιατζή γύρω από την Πιττακή έχουν γίνει ευθείες διαδρομές με οξείες γωνίες του Λούλη απέναντι στη Σαουλίδου. Η αρχική σιωπή του Ντέβλιν κοιτάζοντας τη Ρεβέκκα κρατάει πάνω από πέντε λεπτά. Οσα όμως κι αν «αφηγείται» σ’ αυτόν τον τεράστια διεσταλμένο σκηνικά χρόνο, είναι πολύ νωρίς για να οδηγήσουν τον θεατή στην απόπειρα έστω, αποκρυπτογράφησής τους. Πριν καν αρχίσει λοιπόν το έργο υπάρχει ένα ρήγμα στο ενδιαφέρον.

Ο Χρήστος Λούλης επιστρατεύει ταλέντο, πείρα και τεχνική για να ξεπεράσει την άβυσσο που χωρίζει τις λέξεις από τη γόμωσή τους, τη βεβαιότητα της αστικής ασφάλειας από τη συνορεύουσα φρίκη. Δεν το πετυχαίνει πάντα, προσηλωμένος όντας στην εκτέλεση μιας παρτιτούρας και δίχως ίχνος ερωτισμού, έστω παραπλανητικού. Η Εύη Σαουλίδου, σε πιο ευνοϊκή υποκριτικά θέση, αποφλοιώνει πηγαία, εσωτερικά τον πολυεπίπεδο ρόλο της, αποκαλύπτοντας οδυνηρά πισωγυρίσματα μεταξύ προσωπικού και συλλογικού ζόφου.

Παράσταση ακριβείας πάνω σε κρημνώδες έργο. Οι χημικές αντιδράσεις όχι πάντα παρούσες. Να φταίνε οι καταλύτες;