ΘΕΑΤΡΟ

Το Παιχνίδι αλλά και το Τέλος αυτού

paixnidi1

ΣΑΜΙΟΥΕΛ ΜΠΕΚΕΤ
Το παιχνίδι του τέλους
σκηνοθ.: Κωνσταντίνος Χατζής
Θέατρο: Τέχνης Καρόλου Κουν
(Φρυνίχου).

Ομολογώ προκατάληψη στο να παίζουν γυναίκες ανδρικούς ρόλους σε έργα του Μπέκετ. Οχι επειδή στα ογδοντάχρονα, (όταν κάποιοι δραματουργοί-«μεταθέτες», όπως ονόμαζε όσους μετέθεταν αρχές και ορισμούς του έργου του, θέλησαν ν’ ανεβάσουν με γυναίκες το «Περιμένοντας τον Γκοντό») ο Μπέκετ κέρδισε τη γνωστή δίκη. Πολύ περισσότερο επειδή πιστεύω πως τόσο ο Βλαδιμίρ, ο Εστραγκόν ή ο Τύραννος-αφέντης-κλόουν (Χαμ) και ο Δούλος-θύμα-ατακαδόρος-κλόουν (Κλοβ) ανήκουν στο αρχετυπικά ανδρικό «ιερατείο» του Μπέκετ, αναγωγή στις θεατρικές μας ρίζες.

Στο γόνιμα δραστήριο Θέατρο Τέχνης (Φρυνίχου), η Λυδία Κονιόρδου με άλλες τρεις επίλεκτες ηθοποιούς και με σκηνοθετική-φωτιστική συνεισφορά του Κωνσταντίνου Χατζή, αποφάσισε να μεταφράσει, σκηνογραφήσει, ντύσει και πρωταγωνιστήσει στο Τέλος του Παιχνιδιού, αλλάζοντας εκτός από το φύλο των τριών υποκριτών και τον τίτλο σε: Παιχνίδι του Τέλους. Δικαίωμά της, ίσως και καθήκον της, καθώς η ξεχωριστή ερμηνεύτρια θέλει να παίζει ενεργό ερευνητικό, ιδεολογικό, παιδαγωγικό ρόλο στα πνευματικά μας πράγματα.

Το θέμα είναι τι έδωσε η παράσταση, στην οποία ηγήθηκε, πόσο διείσδυσε στα επίπεδα κι ενίσχυσε την ισχύ και τους συμβολισμούς του συγγραφέα.

Το έργο γράφτηκε γαλλικά (1957) και μεταφράστηκε αγγλικά από τον ίδιο τον Μπέκετ.

Παίζεται στον ασφυκτικό χώρο ενός δωματίου με δύο ψηλά παράθυρα, ένα «κοιτάζει» τη στεριά, το άλλο τη θάλασσα, αλλά για να δει «έξω» ο Κλοβ χρειάζεται ν’ ανεβαίνει κάθε τόσο σε σκάλα. Στο προσκήνιο, στον κάδο σκουπιδιών του ο καθένας, έτσι που να μην κοιτάζονται, δύο γέροι, ο Ναγκ και η Νελ, κι οι δύο χωρίς πόδια έπειτα από δυστύχημα με ποδήλατο, είναι καταδικασμένοι να ζουν εκεί, όπου τους αλλάζουν απλώς την άμμο. Γονείς του τυραννικού Χαμ, σκουπίδια πλέον για εκείνον αν και ο ίδιος τυφλός σε αναπηρική καρέκλα-θρόνο ακριβώς στο κέντρο, ανίκανος να περπατήσει. Ολοι εξαρτώνται από τον υπηρέτη Κλοβ. Οι τρεις άνδρες και η μία γυναίκα επιδίδονται σε επαναλαμβανόμενα, αυτοσχεδιαστικά παιχνίδια, σε απελπισμένα κλοουνίστικα νούμερα μέσα σ’ έναν ολότελα άδειο-κενωμένο κόσμο, βιγλίζοντας μέσω του μόνου κινούμενου Κλοβ, τον αμετακίνητο εξωτερικό κόσμο, δηλαδή την «άλλη κόλαση». Παίζουν με κατεύθυνση το τέλος, το οποίο έχει ίσως συμβεί προ πολλού, πράγμα που προκαλεί κωμικές και αβυσσαλέα παράδοξες καταστάσεις σε ένα κωμικοτραγικά μεταφυσικό τελετουργικό. Το παιχνίδι μιας διαρκούς ήττας αλλά κι ελπιδοφόρας ακύρωσης του επερχόμενου τέλους. Μια παράλογη, ακατανόητη παρτίδα σκάκι.

Η Λυδία Κονιόρδου στον ρόλο του Χαμ, έδινε άλλοτε έναν άφυλο; ανδρόγυνο; συμπαγή τύραννο-κλόουν με έντονα μακιγιαρισμένο και φωτισμένο στόμα (αναφορά ίσως στο Οχι εγώ του Μπέκετ) -δηλώνοντας όμως πως είχε στον νου της τον… Βόλφγκανγκ Σόιμπλε- κι άλλοτε ενέδιδε στο να υποδύεται τον άνδρα, με ύφος, κινήσεις, φωνή, χειρονομίες. Είναι από τις λίγες φορές, που η τραγωδός με την έξοχη επιπλέον κωμική φλέβα, βάλτωσε στη μονοτονία μιας μονόχορδης ερμηνείας και πρόδωσε ακόμη και το τόλμημα της αλλαγής φύλου στον ρόλο της. Στην κατεύθυνση του γερο- κλόουν, κυρίως ως μεταμφίεση δίχως σκηνική «μετάφραση», παρέσυρε και την πολύ καλή ηθοποιό Τζίνα Θλιβέρη στον ρόλο του Ναγκ, ενώ η τσιριχτή Νελ της Γεωργίας Τσαγκαράκη έμοιαζε έξω από τα νερά της και τη λογική της διανομής.

Εξαίρεση στις ερμηνείες, ο άφυλος, εξαϋλωμένος Κλοβ της Ελενας Τοπαλίδου. Η βασανισμένη, κοντά στην έναρξη φθοράς, αυτοματοποιημένη στάση και κίνησή της κουβαλούσε το προαιώνιο στίγμα κάθε υποτελή και δούλου. Μοναδική η ανάβαση και η σχεδόν ακροβατική κατάβασή της στη σκάλα, η έκφραση του προσώπου, η εκφορά του λόγου, όταν δεν αλλοίωνε ακαταλαβίστικα τη φωνή της.

Αδυνατώ να κρίνω από ένα άκουσμα τη μετάφραση, η αλλαγή του τίτλου δεν με πείθει, όσο για τον σκηνικό χώρο, η άπλα της ανοιχτής σκηνής στέρησε κάθε κλειστοφοβική αίσθηση καταφυγίου με πιθανή αναγωγή ακόμη και στο εσωτερικό κρανίου.

Αλλη μια σκηνοθεσία του έργου, η οποία δεν συναντήθηκε με την ειρωνική αντίσταση του Μπέκετ κόντρα σε όσα ζοφερά παρουσιάζονται ως ανέλπιδα.