ΘΕΑΤΡΟ

«Οπερα της πεντάρας»: Ραντεβού με τον Μπρεχτ

pentara

Στο τεράστιο υπόγειο της οδού Δροσοπούλου, η πρόβα για την «Οπερα της πεντάρας» είναι σε εξέλιξη. Κλείνω την πόρτα πίσω μου και στέκομαι ακίνητη. Ο Νίκος Καραθάνος, μόνος στο κέντρο της σκηνής, φορώντας μάσκα γορίλλα, ερμηνεύει το θρυλικό «Mack the knife». «Πάμε ξανά. Οχι τόσο ψηλά αυτήν τη φορά», του λέει από το πιάνο ο Θοδωρής Οικονόμου, που έχει την ενορχηστρωτική επιμέλεια και τη διεύθυνση ορχήστρας. Και το τραγούδι αρχίζει και πάλι. «Εχει δόντια ο καρχαρίας, στα σαγόνια, φανερά. Εχει και ο Μακχήθ μαχαίρι, μα κρυμμένο το κρατά». Κατεβαίνω τη σκάλα ακροπατώντας, για να μην αποσπάσω την προσοχή του, και κάθομαι σε μια άκρη.

Ο Καραθάνος τελειώνει για την ώρα, φεύγει για να βάλει το κοστούμι του και είναι η σειρά της Αμάλιας Μπένετ, υπεύθυνης κινησιολογίας, να διδάξει σε μια ομάδα ηθοποιών τις κινήσεις για το επόμενο τραγούδι. «Οχι, μην τεντώνετε τα πόδια σας. “Λιωμένα” θέλω τα γόνατά σας! Σαν να κουβαλάτε ένα τεράστιο βάρος». Παρατηρώ το σκηνικό: ένας μεγάλος, ενιαίος χώρος μαζικής εργασίας. Εκεί θα συνυπάρχουν, θα συμβιώνουν και θα συγκρούονται, μέρα και νύχτα, όσοι απαρτίζουν την ιδιότυπη αλλά και τόσο οικεία κοινωνία της «Οπερας»: ζητιάνοι, πόρνες, μικροεγκληματίες, διεφθαρμένοι αστυνομικοί, μικρά και μεγάλα αφεντικά, αλλά και το υπέρτατο αφεντικό, αυτό που είναι πάνω από όλους. Δεν το βλέπει κανείς. Ενας μεγάλος οφθαλμός, στο βάθος, υπαινίσσεται την παρουσία του. Ανυπομονώ να δω όλα αυτά να ζωντανεύουν στη σκηνή του Παλλάς – από τις 24 Φεβρουαρίου.

«Η ζωή μας συναντιέται μ’ αυτά τα έργα»

«Θέλεις ένα φιρίκι; Ή προτιμάς σοκολάτα;» Ο Αγγελος Παπαδημητρίου απλώνει τα χέρια του, γεμάτα καλούδια, και κάθεται δίπλα μου. «Αν μου έλεγαν πριν από τριάντα χρόνια ότι θα έπαιζα Μπρεχτ, θα τους έδερνα! Δεν με ενδιέφερε, είχε πολυφορεθεί. Να, όμως, που οι συνθήκες της εποχής τον έκαναν πάλι επίκαιρο, έφεραν την ανάγκη να ξαναπαιχτεί. Το ’χουν αυτό τα μεγάλα έργα: αργά ή γρήγορα συναντιέται η ζωή μας μαζί τους. Τον τελευταίο καιρό, όπου και να κοιτάξω γύρω μου, βλέπω την “Οπερα της πεντάρας”. Απίστευτο δεν είναι;»

Στην παράσταση ο πολυπράγμων και… πολυπρισματικός Αγγελος υποδύεται τον κύριο Πίτσαμ, πανούργο ιδιοκτήτη μιας εταιρείας ζητιάνων. Η πλοκή διαδραματίζεται στο βικτωριανό Λονδίνο, εκεί όπου άδειες για την εξάσκηση της τέχνης του ζητιάνου δίνονται μόνο σε επαγγελματίες από την Τζόναθαν Τζερεμάια Πίτσαμ και Σία! Το έργο του Μπέρτολτ Μπρεχτ, με την υπέροχη μουσική του Κουρτ Βάιλ, είναι από τα πιο πολυπαιγμένα του διεθνούς ρεπερτορίου. Τι σημαίνει αυτό για έναν ηθοποιό; «Ολοι οι άνθρωποι ερωτευόμαστε, αλλά, αν συμβεί σ’ εμάς, νομίζουμε πως είναι η μοναδική φορά που κάποιος νιώθει αυτό το συναίσθημα. Ετσι συμβαίνει και μ’ αυτό το έργο: Ας το έχουν παίξει ένα εκατομμύριο άλλοι άνθρωποι, θέλω να το ζήσω κι εγώ! Γιατί τώρα κατάλαβα τι θέλει να πει. Είναι σαν να έριξε κάποιος μια δέσμη φωτός, με ένα φακό, πάνω στα πράγματα και μου αποκάλυψε κρυμμένα μυστικά. Πώς και δεν τα έβλεπα τόσο καιρό;»

Επόμενη σκηνή: Στο βεστιάριο ζητιάνων το ζεύγος Πίτσαμ υποδέχεται έναν… νεοσύλλεκτο. Τον ενημερώνουν σε ποιο δρόμο του Λονδίνου βρίσκεται το πόστο του και επιλέγουν τα ρούχα που θα φοράει «για εμφάνιση που θα “μιλάει” και στις πιο σκληρές καρδιές». Η κυρία Πίτσαμ προσπαθεί να σταθεί όρθια, στο πλευρό του συζύγου της. Με δυσκολία, είναι αλήθεια. «Δεν είναι μόνο στυγνή επιχειρηματίας, χωρίς κανένα αίσθημα αγάπης και τρυφερότητας, ούτε καν για τον άντρα ή την κόρη της, αλλά και αλκοολική», λέει η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη.

Είναι η μοναδική από τους ηθοποιούς που μετράει αρκετά χιλιόμετρα με τον Μπρεχτ στη σκηνή. «Τρίτη φορά παίζω στην “Οπερα”. Η πρώτη ήταν το 1993, σε σκηνοθεσία του Ζυλ Ντασσέν. Βέβαια, ήταν ανυποψίαστη εκείνη η εποχή και η παράσταση είχε αμιγώς ψυχαγωγικό χαρακτήρα. Η δεύτερη ήταν το 2009, όταν την ανέβασε ο Θέμης Μουμουλίδης. Είχαμε ήδη μπει στην κρίση, αλλά η κατάσταση στη χώρα δεν είχε καμία σχέση με τη σημερινή. Και να που εν έτει 2016 το έργο είναι ό,τι πιο αντίστοιχο μπορεί να βρεθεί μ’ αυτό που ζούμε. Ο Μακχήθ σκοπεύει να αφήσει τη συμμορία του για να γίνει τραπεζίτης, γιατί η μεγάλη ληστεία είναι εκεί, στο τραπεζικό σύστημα. Λέει: “Τι είναι ένα πασπαρτού μπροστά σε μια μετοχή, τι είναι η διάρρηξη μιας τράπεζας μπροστά στην ίδρυση μιας τράπεζας, τι είναι η δολοφονία ενός ανθρώπου μπροστά στην πρόσληψη ενός ανθρώπου;”. Σας θυμίζουν τίποτα όλα αυτά;»

Τις προηγούμενες φορές είχε το ρόλο της Τζένης. Τώρα της κυρίας Πίτσαμ. Χαίρεται με την αλλαγή; «Αστειεύεστε; Είναι σαν να έχω πάρει προαγωγή!» λέει γελώντας. «Διερευνώ έναν δύσκολο χαρακτήρα, μια γυναίκα που συνδυάζει το κωμικό στοιχείο με την επικινδυνότητα και δεν πρέπει το ένα να τονίζεται υπερβολικά εις βάρος του άλλου».

Μια παράσταση… fun!

Μεταφορά της «Οπερας του ζητιάνου» (Beggar’s Opera) του Βρετανού Τζον Γκέι (1728), η «Dreigroschenoper» έκανε πρεμιέρα στο Βερολίνο τον Αύγουστο του 1928 – την εποχή του Μεγάλου Κραχ, της ανόδου του ναζισμού, της κρίσης που ταρακουνούσε συθέμελα την Ευρώπη. «O Μπρεχτ ήθελε με το έργο του να δώσει μια γροθιά στο κατεστημένο, να στείλει ένα μήνυμα για την καταπίεση, για το πώς ο άνθρωπος επιβιώνει μόνο αν γίνει κακός. Και οι εκπρόσωποί του πήγαν στο θέατρο και ενθουσιάστηκαν. Ηταν απαρηγόρητος μετά την πρεμιέρα!» με ενημερώνει ο Χρήστος Λούλης. Με κομψό κοστούμι, καπέλο, άσπρα δερμάτινα γάντια και μπαστούνι, είναι ο ιδανικός ληστής Μακχήθ: γοητευτικός και επικίνδυνος. Δεν έχει ξαναπαίξει Μπρεχτ. Αλλά τον έχει γοητεύσει αυτό το κείμενο. «Είναι βαρύ και μεστό, αλλά χωρίς να σε βαραίνει, και ταυτόχρονα ανάλαφρο, διασκεδαστικό. Με μια λέξη: Fun!»

Η ίδια λέξη έρχεται στο μυαλό μου όταν βλέπω στη σκηνή τη Νάντια Κοντογεώργη. Είναι η Πόλυ Πίτσαμ, το κορίτσι του Μακχήθ, και δείχνει να το απολαμβάνει πραγματικά. «Είχα αποπειραθεί και το 2009, στην παράσταση του Θέμη Μουμουλίδη, να προσεγγίσω τον ίδιο ρόλο, αλλά ήμουν πιο “αθώα” σε σχέση με την παγκόσμια κατάσταση και το τι συνέβαινε στην Ελλάδα. Είχα περισσότερη λαχτάρα να δω τον εαυτό μου μέσα στο έργο, παρά το έργο μέσα στην εποχή μας. Τώρα όλα είναι διαφορετικά. Βλέπω καθαρά τι μας λέει ο Μπρεχτ: πως, όταν χάνουμε την ανθρωπιά μας, γινόμαστε γρανάζια μιας μηχανής», παραδέχεται. Η αγαπημένη της στιγμή από την παράσταση; «Κάτι που λέει ο Μακχήθ: “Η αγάπη διαρκεί, είτε είσαι εδώ είτε εκεί”. Οποτε το ακούω, κλαίω…»

Ο Νίκος Καραθάνος έχει στο μεταξύ επιστρέψει. Εχει διττό ρόλο: του αφηγητή και του αστυνόμου Μπράουν, στενού φίλου του Μακχήθ. Με την «Οπερα της πεντάρας» κι εκείνος κάνει ντεμπούτο στο μπρεχτικό σύμπαν. «Με τέτοια κείμενα, με τέτοια ύψη, συνήθως ερχόμαστε σε επαφή… τουριστικά. Είναι σαν να βλέπεις ένα βουνό σε καρτ ποστάλ. “Είναι ωραίο, αλλά ποτέ δεν θα βρεθώ εκεί”, λες. Κι όταν έρθει η ώρα να το ανεβείς, κάθεσαι στους πρόποδες και αναρωτιέσαι: “Τι είναι τούτο, μάνα μου;”. Κάπως έτσι νιώθω αυτόν τον καιρό». Γελάμε. Τον ρωτώ αν συμφωνεί πως η σημερινή κρίση ντύνει και πάλι με το μανδύα του σύγχρονου την «Οπερα». «Ναι, σίγουρα», απαντά. «Υπήρξαν εποχές που οι άνθρωποι ήταν πολύ πιο πονεμένοι από μας, ακονισμένοι από μια ζωή πολύ σκληρή. Aυτές οι συνθήκες παράγουν τέχνη με τέτοιο “φορτίο” που σε καιρούς ευμάρειας δεν θέλεις να τη δεις. Γιατί αυτό που λέει δεν αντέχεται. Μιας τέτοιας εποχής παιδί ήταν ο Μπρεχτ. Επιπλέον, καταγόταν από τον Μέλανα Δρυμό και τη σκοτεινιά εκείνων των δασών την κουβαλούσε μέσα του». Και οι θεατές; Ιδανικά, τι θα ήθελε ο ίδιος να πάρουν από τη συγκεκριμένη παράσταση; «Μια μικρή παρηγοριά στο μπαλκόνι του πόνου όπου στεκόμαστε όλοι…»

Η Λυδία Φωτοπούλου μπαίνει στο χώρο κρατώντας ένα φλιτζάνι αχνιστό τσάι. Μια ίωση την έχει ταλαιπωρήσει τις τελευταίες μέρες, αλλά τίποτα δεν μπορεί να την κρατήσει μακριά από την πρόβα, δύο εβδομάδες πριν από την πρεμιέρα. Στη σκηνή θα τη δούμε ως Τζένη, μια πόρνη, παλιά αγαπημένη του Μακχήθ. «Είναι μικρός ρόλος, αλλά κουβαλάει ένα μύθο. Εντελώς κατεστραμμένη ύπαρξη, προδίδει γιατί είναι η ίδια προδομένη». Είναι πολύ χαρούμενη γι’ αυτήν τη συνεργασία. «Εχω καιρό να βρεθώ σε μια παράσταση που να μη γίνονται σκόντα», εξηγεί. Ποια νομίζει πως είναι η «χρησιμότητα» του έργου σήμερα; «Ο Μπρεχτ επιθυμούσε η απόλαυση την οποία παρέχει η τέχνη να μεταβάλλεται σε μάθηση και το αντίστροφο. Αν, λοιπόν, η δική μας “Οπερα” λειτουργήσει ως δρόμος για να μπορέσει έστω και ένας θεατής, απολαμβάνοντας την παράσταση, να αντιληφθεί κάτι κι έπειτα να αποπειραθεί να αλλάξει κάτι στη ζωή του, το στοίχημα θα έχει κερδηθεί…»

Λίγο πιο πέρα, η Κίκα Γεωργίου (Λούσι) μαθαίνει τα λόγια της στο «Ντουέτο της ζήλειας», το οποίο ερμηνεύει με τη Νάντια Κοντογεώργη (Πόλυ). «Ο Μακ κι εγώ μαζί θα ’μαστε πάντα, με αγαπά, γι’ αυτό κάνε στην μπάντα!». Σωστά, καταλάβατε, διεκδικούν και οι δύο τον Μακχήθ. Από τις πιο αξιόλογες εκπροσώπους της νέας γενιάς, η Κύπρια ηθοποιός δεν κρύβει τη χαρά της γι’ αυτό που ζει. «Ενα υπέροχο έργο, μια τόσο προσεγμένη παραγωγή, ένας σπουδαίος σκηνοθέτης: προσπαθώ να κρατήσω την… ψυχραιμία μου, για να μπορέσω να διαχειριστώ όλα αυτά και να τα χαρώ όπως τους πρέπει», λέει.

Θέατρο, η νέα εκκλησία

«Ο Γιάννης Χουβαρδάς έχει την ικανότητα να μην κολακεύει. Ολοι μας μπαίνουμε στον πειρασμό να χαϊδέψουμε τα αυτιά του κοινού. Εκείνος δεν το κάνει», μου έχει πει λίγο νωρίτερα ο Αγγελος Παπαδημητρίου. Μιλώντας με τον σκηνοθέτη της παράστασης, καταλαβαίνεις πόσο δίκιο έχει. Γιατί Μπρεχτ και γιατί τώρα; Αυτό είναι το πρώτο ερώτημα που θέτω στον σκηνοθέτη της «Οπερας της πεντάρας». «Φοβάμαι ότι οι λόγοι που θα σας αναφέρω είναι πολύ πεζοί», απαντά γελώντας. «Δεν θα μιλήσω για ταύτισή της με την εποχή -χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν υπάρχει- ούτε για δική μου επιτακτική ανάγκη να την ανεβάσω. Απλώς, ήταν στο ρεπερτόριο του Παλλάς και την ανέλαβα». Είναι η πρώτη του «συνάντηση» με το διάσημο έργο του Μπρεχτ; «Ναι, άλλωστε, αν το είχα ήδη σκηνοθετήσει, δεν θα το έκανα ξανά. Ποτέ δεν καταπιάνομαι με το ίδιο έργο δεύτερη φορά».

Μιλάμε για την πορεία του έργου μέσα στο χρόνο. «Κατά καιρούς έχει αντιμετωπιστεί ως πολιτική σάτιρα με τραγούδια, ως κωμωδία ευρείας κατανάλωσης, ως μουσικό μπουλβάρ, ως επιθεώρηση εποχής. Ακόμη και ως μιούζικαλ – αν ο Μπρεχτ άκουγε αυτήν τη λέξη, θα έφριττε! Στην πραγματικότητα, είναι μια κατηγορία από μόνο του. Υπήρξαν και εποχές που πολυφορέθηκε, που το ανέβασμά του ήταν κάτι σαν πιστοποιητικό προοδευτικότητας». Η δική του προσέγγιση ποια είναι; «Θα σας μιλήσω για το στόχο μου: μια παράσταση πιστή στο πρωτότυπο, σοβαρή αλλά όχι σοβαροφανής, κωμική αλλά χωρίς ευκολίες, ελκυστική στο μεγάλο κοινό και υψηλού καλλιτεχνικού επιπέδου».

Είναι γεγονός ότι, παρά την κρίση, τα θέατρα της Αθήνας ζουν τη δική τους «άνοιξη». Ζητώ από τον Γιάννη Χουβαρδά το δικό του σχόλιο. «Οχι παρά την κρίση, εξαιτίας της κρίσης», με διορθώνει. «Οι άνθρωποι έχουν ανάγκη από το “μαζί” που προσφέρει το θέατρο. Εχουν πολλά προβλήματα να αντιμετωπίσουν, συχνά μόνοι. Το να δουν μια παράσταση μαζί με άλλους είναι κάτι σαν… λειτουργία. Το θέατρο είναι η νέα εκκλησία!» Μια διαδικασία παρηγορητική, προσθέτω. «Ναι, μου αρέσει αυτή η λέξη», λέει. «Παρηγορητική. Ας κλείσουμε την κουβέντα μας μ’ αυτήν»… 

info
Παλλάς, από 24/2. Παίζουν επίσης: Αντίνοος Αλμπάνης, Μιχάλης Αφολαγιάν, Μπάμπης Γαλιατσάτος, Ελίζα Γεροντάκη, Εφη Γούση, Μαριάννα Καβαλλιεράτου, Βασίλης Κουκαλάνι, Ελένη Μπούκλη, Βασίλης Μυλωνάς, Νέστορας Κοψιδάς, Μαρία Νίκα, Γιώργος Τζαβάρας. Tους ηθοποιούς πλαισιώνει ζωντανά δωδεκαμελής ορχήστρα. Πληροφορίες για προπώληση, κρατήσεις, αγορά εισιτηρίων: 211-10.00.365 & www.ticket365.gr.