ΘΕΑΤΡΟ

Αναμνήσεις από τον κρεμαστό κήπο της Γλυφάδας

anamniseis-apo-ton-kremasto-kipo-tis-glyfadas-2131290

Υπάρχει ένα μικρό, σχεδόν αόρατο, μα πολύ όμορφο στενό στη Γλυφάδα, πλάι στον Αγιο Νικόλαο, όπου έμενε για πολλά χρόνια ο Γιάννης Βόγλης. Στη βεράντα του τρίτου ορόφου –που έμοιαζε με αληθινό κρεμαστό κήπο χάρη στη γλυκύτατη σύζυγό του, Μιράντα, από τη Σκωτία– ξενυχτήσαμε πολλές φορές στην εφηβεία μας, τη δεκαετία του ’80, με τους γιους του, τον Ρομπέρτο, τον μικρότερο, και τον Δημήτρη, τον μεγαλύτερο. Συχνά, αργά τις νύχτες, ο πατέρας τους επέστρεφε από παράσταση και καθόταν μαζί μας. Ηταν η καλύτερή μας. Αγοροπαρέα που ψαχνόταν και μπερδευόταν συνέχεια, ο Γιάννης Βόγλης έκανε ό,τι μπορούσε για να μας θυμίσει πως ήταν ωραίο πράγμα αυτό που μας συνέβαινε, να μην το φοβόμαστε, να μείνουμε πάντοτε έτσι.

Τότε δεν το ξέραμε, αλλά δοκιμαζόταν σκληρά οικονομικά: ήταν πολλές οι νύχτες που πέρασε μόνος, περιμένοντας το ξημέρωμα, βυθισμένος στην αγωνία της επόμενης ημέρας, σ’ εκείνη την ουράνια βεράντα. Ο «ωραίος σκληρός» του ελληνικού σινεμά του ’60 έριχνε πράγματι μπουνιά στο μαχαίρι χωρίς να το πολυσκεφθεί – ήταν, όμως, την ίδια στιγμή, και ένας γλυκός, τρυφερός άνδρας με πολύ χιούμορ, σοβαρός αλλά όχι σοβαροφανής, λάτρης του μεσογειακού φωτός και της ωραίας ζωής, πατρικός αλλά δίχως ποτέ να πατρονάρει.

Μεγαλώσαμε με τις ταινίες του: «Το χώμα βάφτηκε κόκκινο», «Κορίτσια στον ήλιο» κ.ά., τον θαυμάσαμε σε σκηνές και στην Επίδαυρο, αυτός ο παθιασμένος επαγγελματίας, όμως, πέρασε από μύρια κύματα. Το σπίτι στη Γλυφάδα χάθηκε λόγω χρεών, η έλευση της ιδιωτικής τηλεόρασης, ωστόσο, τον βοήθησε να απελευθερωθεί από τα δεσμά των οξύτατων οικονομικών δυσχερειών και να ακολουθήσει τα πάντοτε μεγαλόπνοα σχέδιά του που είχε για το θέατρο, αυτήν τη μεγάλη, βαθιά του αγάπη, στην οποία ήταν ταγμένος.

Σε αυτή την εφημερίδα έδωσε μία από τις τελευταίες του συνεντεύξεις, στη Γιώτα Συκκά, πέρυσι, στις 7 Ιουνίου, με αφορμή την «Ηλέκτρα του Ευριπίδη» που θα έπαιζε στο Badminton υπό τον Σπύρο Ευαγγελάτο. Εκεί έλεγε, μεταξύ των άλλων, ότι τον φοβίζει ο χρόνος. «Αναρωτιέμαι πόσος μου απομένει να κάνω πράγματα». Στα 79 του λύγισε – έπεσε όπως του ταίριαζε όμως, μάχιμος.

Την τελευταία φορά που τον είδα ήταν στη βάφτιση του ενός από τα δύο εγγόνια του, εκεί, στον Αγιο Νικόλαο, στην παλιά μας γειτονιά. Τον είδα στοργικό, χορτασμένο, αλλά πάντοτε περίεργο για τη ζωή. Στη Γ. Συκκά μνημόνευσε φράσεις από μονόλογο του Τσέχοφ: «Θα έρθει η στιγμή που όλα μας θα καταποντιστούν, που θα υπάρξει γαλήνη, ηρεμία, σαν χάδι». Για όσους είχαμε την τύχη να τον γνωρίσουμε, αυτό το χάδι, εντός και εκτός σκηνής, είναι που κρατάμε από τον Γιάννη Βόγλη.

Η κηδεία θα τελεστεί σε στενό οικογενειακό κύκλο.