ΘΕΑΤΡΟ

Από την Ερασμία στη Λουίζα

erasmia1

ΝΙΚΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ
Ο Συμβολαιογράφος
σκηνοθ.: Γιώργος Καραμίχος
θέατρο: Τζένη Καρέζη

ΧΕΡΜΠΕΡΤ ΑΧΤΕΡΝΜΠΟΥΣ
Αγαπημένε μου Χέρμπερτ
σκηνοθ.: Παντελής Δεντάκης
θέατρο: Τέχνης (Φρυνίχου)

«Ο Συμβολαιογράφος», νουβέλα του Θεσσαλονικιού Νίκου Βασιλειάδη, βασίζεται σε πραγματικό περιστατικό. Δεκαετία 1950-1960, σε συντηρητική, βορειοελλαδίτικη πολίχνη η περιπτερού Ερασμία, παντρεύει με τα πολλά τη κόρη της Ματούλα με τον κοντό αλλά αξιοθαύμαστων προσόντων τσαγκάρη Αργύρη, γνωστό ως «συμβολαιογράφο» αφού… ο λόγος του, συμβόλαιο. Η κοτσονάτη ακόμα Ερασμία, χήρα από τα 22, εγκλωβισμένη τη μέρα στο περίπτερο, τη νύχτα στο στενό δυάρι -ακούσια ωτακουστής των ολονύχτιων επιδόσεων γαμπρού επί κόρης- εκτονώνεται καλλιεργώντας κολοκύθια για να ξεχνάει τις εσχάτως αφυπνισμένες αλλά κοινωνικά απαράδεκτες επιθυμίες της. Αυτά τα κολοκύθια θα οδηγήσουν σε μοιραία συνεύρεση γαμπρό και πεθερά πριν οι δυο τους, όνειδος οικογένειας και κοινωνίας, καταλήξουν στα δικαστήρια.

Δεν έχω διαβάσει την τριτοπρόσωπα γραμμένη νουβέλα, μα η δραματοποίησή της (από τον σκηνοθέτη Γιώργο Καραμίχο;) μοιάζει να εκμεταλλεύτηκε έναν λόγο οξύ, σβέλτο, ζωντανό, με αστείες, ηθογραφούσες παρακάμψεις, σχόλια και περιγραφές της Ερασμίας, που σαρκώνουν εύστοχα και παραστατικά τα πρόσωπα γαμπρού και κόρης ενώπιόν μας. Οι αστραπιαίες χρονικές, υφολογικές, γλωσσικές αλλαγές συντελούν στη ξεχωριστή θεατρικότητα του μονολόγου που μακροημερεύει με όχημα το ταλέντο της ερμηνεύτριάς του, πάνω από έξι χρόνια σε διαφορετικά θέατρα και αρκετές πόλεις.

Είμαι από εκείνους που δεν ξάφνιασε η εξαιρετική ερμηνεία της Ηρώς Μανέ. Ως μαθήτρια ακόμα στο Θέατρο Τέχνης διέθετε τη δραματική και τραγική στόφα που συνήθως συμπληρώνει τα χαρίσματα κάθε καλού κωμικού και καρατερίστα.

Ως Ερασμία, ώριμη, δεξιοτέχνης των μέσων της, με ακονισμένες ευαισθησίες, τεχνική και αυτοσυγκράτηση συνέθεσε μιαν ερμηνευτική παρτιτούρα για φωνή, προσωπικούς ρυθμούς και αναπνοές, κίνηση, έκφραση, ακαριαίες μεταπτώσεις ύφους, λόγου, ιδιωμάτων και σημαινουσών χειρονομιών. Ξάφνιαζε με γυρίσματα από δραματικό σε κωμικό ιδίωμα, με τη θηλυκότητα της μεταμόρφωσής της και με το αισθητικό εκείνο μέτρο που δεν επιτρέπει στο πικάντικο ή τολμηρό υπονοούμενο να εκπέσει σε σεξιστική απόχη για το κοινό. Η Ερασμία της Μανέ έχει εγγραφεί στη λαμπρή σειρά των κλασικών, νεοελληνικών μονολόγων.

Αποθήκη αχρήστων

Ο Χέρμπερτ Αχτερνμπους (1938), νόθος γιος μιας όμορφης, προφανώς κεντρισμένης από τη λύσσα ζωής όσων επέζησαν από τον πόλεμο (Α΄ Παγκόσμιος), μεγάλωσε με τη γιαγιά του κοντά στον βαυαρικό δρυμό στη σοφίτα ενός αγροτόσπιτου… «εκεί όπου αποθηκεύουν άχρηστα για τη ζωή αντικείμενα. Κάπως έτσι βλέπω κι εγώ τον εαυτό μου…». Η ακατανόητη απόσταση από τη μητέρα του (που ζούσε στο Μόναχο ως δασκάλα του τένις κυνηγώντας την αβέβαιη ευτυχία στην εναλλαγή εραστών), αυτό το συναίσθημα εγκατάλειψης που έπνιγε στη γέρικη αγκαλιά της γιαγιάς του, τον σημάδεψε ως άτομο (κυνικός, προκλητικός, τραχύς) και πολυ-καλλιτέχνη (ζωγράφος, συγγραφέας, κινηματογραφιστής). Τα θεατρικά του έργα είναι περίπου όλα «μονολογούντα θραύσματα μιας οικογενειακής πνιγμονής», αυτοβιογραφικά με διακριτά τα τραυματικά σημάδια απελπισμένης, παιδικής αναζήτησης.

Στο έργο του «Καλέ μου Χέρμπερτ» (μετάφραση Εφης Ρευματά), μέσω της παράθεσης αποσπασμάτων από την πλούσια αλληλογραφία με τη μητέρα του επιχειρεί να αποκαταστήσει μια συμφιλιωτική προσέγγιση και διαφορετική κατανόηση ανάμεσά τους. Αγονη προσπάθεια, αφού μέσα από αμοιβαία και απελπισμένα καλέσματα αγάπης, απορρέει τελικά μια συναισθηματική αναπηρία που γεμίζει τη σκηνή -μήτρα- φυλακή (Κωνσταντίνος Ζαμάνης) και οδηγεί τα δραματικά πρόσωπα, τη Λουίζα (μητέρα) στην αυτοκτονία, τον ίδιο (Χέρμπερτ) σε κυνισμό, χλεύη και ψυχρότητα και τη θεία του (Ελα) πίσω στο ψυχιατρείο-κολαστήριο απ’ όπου ήρθε ζητώντας βοήθεια.

Ο Παντελής Δεντάκης αγνόησε προφανώς την πρόκληση του πρώτου ανεβάσματος (1985) από τον Γκέοργκ Ταμπόρι στο Μόναχο με δύο μεγάλες ηθοποιούς (τη μία ως Λουίζα και την άλλη ως Χέρμπερτ και Ελα) να δίνουν μια δραματική μονομαχία. Προτίμησε τη συμβατική ανάγνωση με τρεις ηθοποιούς στους ισάριθμους ρόλους. Οπου η Βίκυ Βολιώτη (ενοχική, ψυχωτική, διχασμένη Λουίζα) είχε πολύ καλές στιγμές στον απελπισμένο αγώνα επιλογής προτεραιοτήτων ως μητέρα, ερωμένη και αδελφή, η Κατερίνα Λυπηρίδου έδωσε με αυθεντικά μέσα την ψυχοπαθή Ελα, ενώ ο Αινείας Τσαμάτης (Χέρμπερτ) αποκάλυψε αποστασιοποιημένα την κρούστα του τραύματος και όχι την πυώδη ρίζα του.