ΘΕΑΤΡΟ

Το αίμα δεν έχει τόπο και διάλεκτο

to-aima-den-echei-topo-kai-dialekto-2135523

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΠΑΠΑΜΑΡΚΟΥ
Γκιακ
σκην.: Θανάσης Δόβρης
θέατρο: SKROW

Μέσα και γύρω από την τσιμεντένια γούρνα με τα ασπρισμένα από ήλιους και χρόνους ανθρώπινα κόκαλα (σκηνικά/κοστούμια Εύα Γουλάκου), έζησα ψυχοσωματικές αντιδράσεις που είχα να νιώσω από την πρώτη εκείνη Σάρα Κέιν («Καθαροί πια») στην παράσταση του Λευτέρη Βογιατζή (2001).

Εδώ έχουμε την άγρια, ωμή, ανατριχιαστικά ανεπιτήδευτη γραφή ενός νεαρού Ελληνα λογοτέχνη, του Δημοσθένη Παπαμάρκου. Η παραστατικότητα των διηγημάτων του, η δύναμη των χαρακτήρων τους, οι γλωσσικοί κυματισμοί της λαλιάς τους θα τον οδηγούσαν, αργά ή γρήγορα, σε δραματοποίηση. Ο ηθοποιός Θανάσης Δόβρης τα ένιωσε δικά του τόσο, που αποφάσισε να κάνει το πρώτο σκηνοθετικό του βήμα. Τη δραματουργική επεξεργασία ανέλαβε η Ελενα Τριανταφυλλοπούλου, την πρωτότυπη μουσική ο Νίκος Ντούνας και την ερμηνεία των επιλεγμένων (από οκτώ διηγήματα και μία παραλογή) ηρώων τέσσερις εξαιρετικοί ηθοποιοί. Τα διηγήματα είναι γραμμένα σε αρβανίτικη διάλεκτο, που μεταφέρθηκε στην παράσταση χωρίς επιτήδευση αλλά τόσο δουλεμένη, που, εκτός από κατανοητή, ακουγόταν ως φυσικό, πηγαίο όχημα συναισθημάτων των ηρώων-αφηγητών, «προέκταση ενός συναισθηματικού κώδικα», κατά τον σκηνοθέτη.

Γκιακ σημαίνει στα αρβανίτικα αίμα, δεσμός συγγένειας, φυλή, εκδίκηση, φόνος για λόγους εκδίκησης. Οι διηγήσεις σκληρές, προκλητικά ωμές, δίχως δισταγμό ειπωμένες, καθώς οι ήρωες που πολέμησαν πολύ νέοι στη Μικρασία κυρίως, στην Κριμαία ή αλλού, περιγράφουν θηριώδεις πράξεις που έκαναν επιβεβαιώνοντας ό,τι λέει ένας τους: «Αντρας δεν έγινα με τη δουλειά όπως άλλοι, αλλά με τον σκοτωμό».

Νέοι άνθρωποι, μάρτυρες και μέτοχοι πολεμικών μακελειών, πρόωρης σχέσης με τον θάνατο, βιασμών, πλιάτσικων, δεν έχουν πια να χάσουν ψυχή, συνείδηση, να συγκρουστούν με ηθικές αναστολές εκεί που τους στέλνουν οι αόρατοι στρατολόγοι των μεγάλων συμφερόντων. Αφηγούνται τις σκοτεινές ιστορίες τους μαζί με τα αστεία τους εμβόλιμα, τα διαλείμματα μικρών ή αποκαλυπτικών απολαύσεων, τις «μικρές ενέσεις καλοσύνης» μέσα στα συναπαντήματα με τον χάρο. Ενα έργο για τη βία σε μεγάλους, καταγεγραμμένους (συνήθως παραχαραγμένα) πολέμους και σε μικρούς, καθημερινούς κάθε τύπου, που τη ζούμε παρόμοια θηριώδη.

Η σκηνοθεσία απλώθηκε σε όλα τα σκηνικά επίπεδα του θεάτρου, έκανε τους ακροατές ηθοποιούς-αφηγητές και τους αφηγητές-ακροατές, χρησιμοποιώντας κάτι σαν «καλαθοπλεκτική» ανάμεσα σε παράλληλες και επάλληλες αφηγήσεις διαφορετικού κλίματος. Υπόθεση που απαιτεί δουλειά παρτιτούρας λέξη-λέξη, μέχρι να ζυμωθεί σε μια κατανοητή, δραματική πολυφωνία. Ο ένας (ο έξοχα στοχαστικός και εσωστρεφής Σωτήρης Τσακομίδης) να διηγείται πώς λαβώθηκε στο πρόσωπο, έχασε το μάτι του κι από τότε φοράει γυάλινο που τον παραμορφώνει, κι ο άλλος (ο έξοχης εξωστρέφειας και λοξής αεικινησίας Στέλιος Ιακωβίδης), παραστατικός και αστείος, να θυμάται πώς σ’ ένα διάλειμμα σκοτωμών χτύπησε το χέρι του ενώ έκοβε σύκα. Η παράσταση ανέδειξε εκείνο που η Λήδα Πιμπλή εντόπιζε στη βιβλιοκριτική της (tospirto.net): τα διαφορετικά υλικά του Παπαμάρκου και τη δυνατότητά μας να τα εξερευνήσουμε, να τα συμπληρώσουμε ανάλογα «με τα δικά μας μπαγκάζια», θεωρώντας πως, τελικά, εκεί βρίσκεται και η ουσία του μοντέρνου.

Η υποκριτική δουλειά ατόμων και ομάδας ήταν το επιστέγασμα της πολύ καλής παράστασης που κατόρθωσε λιτά και συνταρακτικά να φτάσει σε μια μοντέρνα τελετουργία έρωτα και θανάτου. Από όπου δεν έλειπε η παραλογή του χάροντα και της ωραίας, ειπωμένη συγκλονιστικά μετωπικά και αφοπλιστικά άμεσα από την Εύη Σαουλίδου. Ο Γρηγόρης Ποιμενίδης, περιφερόμενος, αμέτοχος σχεδόν ακροατής μέχρι να ’ρθει η σειρά του, μας αποσβόλωσε με το πιο δυνατό ίσως διήγημα-κείμενο, τον Νόκερ. Με ύφος παιδικής σχεδόν αθωότητας διηγείται τη συνάντησή του με κάποιον μυστήριο απόδημο της Αμερικής, που πριν μάθει να ζει έμαθε να σκοτώνει. Μας μεταφέρει με το ίδιο αργό, αγαθό ύφος, το συμπέρασμα του κίλερ: την απουσία διαφοράς ανάμεσα στο να σκοτώνεις, να βιάζεις, να βασανίζεις πολεμώντας και στο να δίνεις τη χαριστική σφυριά ανάμεσα στα μάτια σε χιλιάδες βοοειδή πριν από τη σφαγή, δουλεύοντας ως νόκερ στο Σικάγο. Η ονομασία διαφέρει.

Μια παράσταση γροθιά στο στομάχι, ενός έργου που εμμέσως ξαναδιαβάζει τη νεότερη –γιατί όχι και την αρχαία– ελληνική Ιστορία.