ΘΕΑΤΡΟ

Ο εύθραυστος κόσμος της Ηλέκτρας

o-eythraystos-kosmos-tis-ilektras-2140876

Ομορφη, γελαστή, κάθεται απέναντί μου με ηρεμία και χαζεύει τον χώρο. Είναι η άνεση της γνωριμίας, της εξοικείωσης με τους δημοσιογράφους, που ξεκινά από το εντυπωσιακό… 2007; Μάλλον όχι. «Η Ηλέκτρα στις “Χοηφόρες” είναι μία ηρωίδα σε σύγχυση, χαμένη, ευαίσθητη, ντρέπεται να δείξει τα συναισθήματά της. Δεν είναι το “ηφαίστειο”, όπως είναι η Ηλέκτρα του Σοφοκλή», λέει στην «Κ» η Στεφανία Γουλιώτη για τον ρόλο της το φετινό καλοκαίρι στην «Ορέστεια», σε σκηνοθεσία του Γιάννη Χουβαρδά.

Τα λόγια της μοιάζουν να περιγράφουν ακριβώς τη διαδρομή της από το 2007, στα 27 της, έως και τώρα. Τότε, με την «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή σε σκηνοθεσία του Πέτερ Στάιν για το Εθνικό Θέατρο, εντυπωσίασε θεατρικό κόσμο και κοινό και «ναι, στον βαθμό που μπορεί να γίνει στο θέατρο μία επιτυχία, την έκανα», όπως παραδέχεται.

Σήμερα, στα 36 της, χωρίς σεμνοτυφία, μοιάζει να χτίζει με ωριμότητα πάνω στις βάσεις που απέδειξε πως έχει εκείνο το καλοκαίρι του 2007, αλλά είχε στήσει πολύ νωρίτερα. Από τη δραματική σχολή του Εθνικού Θεάτρου, από όπου αποφοίτησε με άριστα το 2004, από την πρώτη της επαγγελματική παράσταση –την «Πενθεσίλεια» του Κλάιστ πάλι σε σκηνοθεσία Πέτερ Στάιν– από την πρώτη της θεατρική συνάντηση με τον αείμνηστο Λευτέρη Βογιατζή, ενσαρκώνοντας τον μάντη Τειρεσία στην αξέχαστη Αντιγόνη.

«Ο Γιάννης Χουβαρδάς στην “Ορέστεια” έχει φτιάξει έναν κόσμο πολύ εύθραυστο, όπου τα πράγματα γίνονται στην κόψη του ξυραφιού. Αναζητώ να βρω τη θέση μου σε αυτό τον κόσμο της “Ορέστειας” του Γιάννη, που μοιάζει γυάλινος χωρίς να χάνει το μεγαλείο των αξιών του Αισχύλου. Είναι ένας ήσυχος, μαλακός κόσμος. Αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα στη φετινή Ηλέκτρα και εκείνη του Στάιν. Τότε χρησιμοποίησα όλα τα όπλα της ηλικίας μου, μέχρι και κωλοτούμπα έκανα σε μία παράσταση στους Φιλίππους. Τώρα, θέλει προσοχή να μη χαλάσω τις ισορροπίες του κόσμου που στήνει ο σκηνοθέτης», λέει η Στεφανία Γουλιώτη στην «Κ» λίγες ημέρες πριν από την πρεμιέρα της παράστασης στην Επίδαυρο. Για εκείνη θα είναι ενδέκατη φορά που παίζει στο Αρχαίο Θέατρο και η τρίτη που ερμηνεύει μια… Ηλέκτρα (είχε προηγηθεί το 2010 ο ίδιος ρόλος στον «Ορέστη» του Ευριπίδη, πάλι σε σκηνοθεσία Γ. Χουβαρδά).

«Οι ρόλοι δεν έχουν ηλικία. Από την άλλη, η απόδοσή τους διαφέρει, με βάση τη ματιά τού κάθε σκηνοθέτη, ο οποίος θέλει να αναδείξει –στον θεατή αλλά και σε εμάς που συνεργαζόμαστε μαζί του– τις αισθήσεις και ερμηνείες του αρχαίου δράματος. Είναι και οι εποχές που αλλάζουν και βοηθούν σε μία νέα αναζήτηση. Υπάρχει ένας αέρας, μια δύναμη, άπειρες γοητευτικές μυρωδιές στο αρχαίο δράμα που μπορούμε να αφουγκραστούμε κάθε φορά, σε κάθε εποχή που ανεβαίνει», εξηγεί.

Ωστόσο, αυτή η εναλλαγή ηθοποιών στους ίδιους ρόλους τούς αφήνει έκθετους στη σύγκριση. «Δεν πιστεύω στις συγκρίσεις. Απλώς για όλους μας –ηθοποιούς και μη– υπάρχουν ψυχολογικά “φρένα”, που μας κρατούν προστατευμένους στο προσκήνιο. Οι καλοί ηθοποιοί επιτρέπουν στον εαυτό τους να είναι λιγότερο προστατευμένοι, να αφεθούν σε κάτι που τους παρασύρει, να εκτεθούν», παρατηρεί, προσθέτοντας ότι «η αποθέωση του ηθοποιού είναι να πείθει για κάτι που δεν είναι. Να μετακινείται εσωτερικά, να μπορεί να μπαίνει με τη φαντασία του σε ένα αρχέτυπο, να δανείζει τον ψυχισμό του σε κάτι άλλο. Είναι πολύ επώδυνη διαδικασία. Για να είναι αληθινός, πρέπει να είναι τόσο ελαφρός, ώστε να τα χωράει όλα».

Εχει ζήσει στο εξωτερικό –μετά την αποφοίτησή της από τη δραματική σχολή του Εθνικού στην Ιταλία, σπουδάζοντας στη σχολή του διάσημου Picollo Teatro του Μιλάνου, εκεί έχει παίξει Κλάιστ, Μπρεχτ, Ευριπίδη– αλλά λέει πως δεν θέλει να φύγει στο εξωτερικό. Δεν τη ρωτώ για τις δυσκολίες του ηθοποιού σήμερα, αλλά κάνει παύση στο σχόλιό μου για την πολυεπίπεδη κρίση στην Ελλάδα. «Οπως στην “Ορέστεια”, ίσως ένα έθνος πρέπει να θυσιάσει τα παιδιά του ώστε να ξαναγεννηθεί», λέει, χρησιμοποιώντας έναν άξονα πάνω στον οποίο κινείται η παράσταση του Γιάννη Χουβαρδά.

Και εσείς πώς ζείτε την κρίση, τη ρωτάω. «Εγώ είμαι τυχερή που μου ήλθαν τα καλύτερα έως τώρα. Θέλω –και στη σκηνή αλλά και στη ζωή μου– να προσφέρω κάτι ζωντανό, κάτι αληθινό, κάτι απρόβλεπτο. Αυτό είναι που μας κρατά σε επικοινωνία με τους άλλους».

Ολες οι δυναμικές της βίας

Η «Ορέστεια» είναι η πέμπτη σκηνοθετική κάθοδος του Γιάννη Χουβαρδά στην Επίδαυρο και η πρώτη μετά τον «Ορέστη» με το Εθνικό Θέατρο το 2010. Βεβαίως, στην παράσταση ξεχωρίζει η εντυπωσιακή Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, η οποία με τον ρόλο τής Κλυταιμνήστρας θα βρεθεί για 16η φορά στη θυμέλη του Αρχαίου Θεάτρου της Επιδαύρου (χωρίς να υπολογίζονται οι τρεις πρωταγωνιστικοί ρόλοι σε παραγωγές αρχαίου δράματος που δεν παρουσιάστηκαν στην Επίδαυρο).

Η «Ορέστεια», γραμμένη το 458 π.Χ., είναι η μοναδική σωζόμενη αρχαία τριλογία, αποτελούμενη από τον «Αγαμέμνονα», τις «Χοηφόρες» και τις «Ευμενίδες». Τα τρία δράματα της «Ορέστειας» παρουσιάζουν το μύθο του οίκου των Ατρειδών και τον χρονικό κύκλο που εκκινεί από την άλωση της Τροίας και καταλήγει στην ίδρυση του Αρείου Πάγου στην Αθήνα. Η τριλογία «με όλες τις δυναμικές της ατομικής, οικογενειακής, πολιτικής και κοινωνικής βίας, παρουσιάζει τον κύκλο αίματος μιας οικογένειας ώς τον ιστορικό κύκλο ενός έθνους που πρέπει να θυσιάσει τα παιδιά του προκειμένου να ξαναγεννηθεί. Oμως, η αναγέννηση, που βασίζεται σε πολιτικοκοινωνικά οράματα χωρίς τη γονιμοποιητική ευλογία της οικογενειακής αγάπης, δεν φέρνει απαραίτητα τη λύτρωση», όπως λέει ο σκηνοθέτης.

Στην έναρξη του «Αγαμέμνονα», ο φύλακας των ανακτόρων θρηνεί για τις συμφορές που πλήττουν τον οίκο των Ατρειδών, όσον καιρό διαρκεί η πολιορκία της Τροίας. Ωστόσο, φτάνει το μήνυμα της φλόγας που αναγγέλλει πως η Τροία αλώθηκε. Σε λίγο, ο Αγαμέμνων επιστρέφει στις Μυκήνες, νικητής. Φέρνει μαζί του, ως λάφυρο πολέμου, τη μάντισσα Κασσάνδρα. Τον υποδέχεται η σύζυγός του Κλυταιμνήστρα, η οποία με δόλο τον οδηγεί στο λουτρό. Και εκεί… συνεχίζεται το κουβάρι του αίματος, της εκδίκησης, των Ερινυών, του εξαγνισμού, που είχε ξεκινήσει με τη θυσία της Ιφιγένειας από τον πατέρα της στην Αυλίδα για να ευοδωθεί η εκστρατεία των Αχαιών στην Τροία.

Το εγχείρημα της «Ορέστειας» είχε συζητηθεί από τους συντελεστές του ήδη από τα τέλη του 2015, ώστε να είναι δυνατή η επίτευξή του. Στην παράσταση (μετάφραση Δημήτρη Δημητριάδη, σκηνικά Εύας Μανιδάκη, κοστούμια Ιωάννας Τσάμη, μουσική Σταύρου Γασπαράτου, κίνηση Σταυρούλας Σιάμου, φωτισμοί Λευτέρη Παυλόπουλου) παίζουν –πλην της Καρυοφυλλιάς Καραμπέτη και της Στεφανίας Γουλιώτη– οι Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης, Νίκος Κουρής, Νίκος Ψαρράς, Αλκηστη Πουλοπούλου, Δημήτρης Παπανικολάου, Ιερώνυμος Καλετσάνος, Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης, Σύρμω Κεκέ, Χριστίνα Μαξούρη και Πολύδωρος Βογιατζής.

​​Η πρεμιέρα θα γίνει στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου την Παρασκευή και το Σάββατο 8 και 9 Ιουλίου και θα ακολουθήσει περιοδεία στην Ελλάδα. Η «Ορέστεια» είναι συμπαραγωγή της εταιρείας «Λυκόφως» με το Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου.