ΘΕΑΤΡΟ

Της μικρής Αντιγόνης πείσματα

tis-mikris-antigonis-peismata-2144566

ΣΟΦΟΚΛΗΣ
Αντιγόνη
σκηνοθ.: Στάθης Λιβαθινός
θέατρο: Επιδαύρου (Φεστιβάλ)

ΖΑΝ ΑΝΟΥΙΓ
Αντιγόνη
σκηνοθ.: Ελένη Ευθυμίου
θέατρο: Ρεξ (Φεστιβάλ Αθηνών)

Στον κόσμο πληθαίνουν οι Κρέοντες μα και οι βασιλικότεροι οπαδοί τους που απαιτούν σκληρότητα «βασιλείας» και διαγγελμάτων. Το πρόσφατο φιρμάνι Ερντογάν να μην κηδευτούν όσοι στασιαστές σκοτώθηκαν στο πραξικόπημα ενθουσίασε ακριβώς αυτούς. Ετσι, πλάι στο μιαρό πτώμα του Ταμερλάν Τσαρνάεφ, βομβιστή στον Μαραθώνιο της Βοστώνης, που έγινε «μπαλάκι σ’ ένα μακάβριο κοινωνικο-πολιτικο-ηθικό πινγκ πονγκ» στην καρδιά της Μασαχουσέτης, όπως διαβάζουμε στο μελετημένο πρόγραμμα της παράστασης (απόσπασμα από βιβλίο του Ντάνιελ Μέντελσον), θα έχουμε τώρα εκατοντάδες ακήδευτα πτώματα στην Τουρκία, όπου μόνον ζέστη και κίνδυνοι για τη δημόσια υγεία υπαγόρευσαν έναν πρόχειρο, ανώνυμο ενταφιασμό. Θα υπάρξουν μιμητές της Αντιγόνης στη Τουρκία. Θα τους μάθουμε μόνον αν ο Ερντογάν τους θάψει κι αυτούς ζωντανούς, αλλά το γνωρίζουμε, γιατί οι «Αντιγόνες» έχουν διάρκεια στην ιστορία της φιλοσοφικής και κοινωνικο-πολιτικής μας συνείδησης.

Πάει καιρός που, καθώς ανάβουν τα φώτα των παραστάσεων στην Επίδαυρο, με κυκλώνει ο φόβος πως αντί να πάρω απαντήσεις στα θεμελιώδη ερωτήματα που θέτουν οι τραγωδίες θα φύγω πάλι με νόθα και παιδαριώδη ερωτήματα που προκαλούν οι ερμηνείες τους. Ετσι και η πολυαναμενόμενη «Αντιγόνη» σε σκηνοθεσία του άξιου σκηνοθέτη Λιβαθινού, αντί να με οπλίσει με ουσιαστικές απαντήσεις με γέμισε περιττές ερωτήσεις.

Γιατί ένας σκηνοθέτης με παιδεία και ταλέντο να κόπτεται τόσο για τη «νεωτερίζουσα» όψη μιας τραγωδίας, αναθέτοντας σε ταλαντούχα ενδυματολόγο (Ελένη Μανωλοπούλου) κοστούμια στα όρια του παιδαριώδους, αντί να αφήσει να θριαμβεύσει η θαυμαστή αμεσότητα και αποστομωτική ισχύς του έργου σήμερα; Τι πρόσφερε στην αισθητική και φιλοσοφικο-πολιτική πρόσληψη της τραγωδίας η εγκεφαλική μόνο μεταχρονολόγησή της; Γιατί αυτή η εμμονή στην παιδικότητα των ηρώων, στις μαθητικές αμφιέσεις και στα καμώματα, μετά την… επίθεση παλιμπαιδισμού το 2014 με τις απόπειρες Καραντζά και Λυγίζου; Για να παρουσιαστεί το έργο ως παραμύθι – δίδαγμα ιστορίας που διηγείται ο παλαιάς κοπής χορός των γερόντων (Καστανάς, Μπουσδούκος, Σκούντζου κ.ά.) στον επινοημένο, βωβό χορό από δήθεν αθώες πιτσιρίκες της Θήβας;

Η σίγουρα προικισμένη Αναστασία-Ραφαέλα Κονίδη, ακολουθώντας τα ίχνη του φυσικού της μάλλον, οδηγήθηκε σε μιαν Αντιγόνη-ατρόμητο αγοροκόριτσο (κοντή φορμίτσα- σορτσάκι, άσπρος γιακάς, άρβυλα και γδαρμένα γόνατα) με πεισμωμένη φωνή και θυμωμένο θρήνο που δεν ενηλικιώθηκε ώς την τελευταία της λέξη: ευσέβεια. Ο Αίμων (Βασίλης Μαγουλιώτης) παρά την άχαρη αμφίεση και στήσιμο με κοντά παντελονάκια και αυτός, κατόρθωσε να μας αιφνιδιάσει με την εξαίρετη μεταστροφή λόγων και ύφους του. Από υποταγμένος στην πατρική και πολιτική εξουσία γλοιώδης γιος μεταμορφώθηκε σε κατήγορο με πηγαία επιχειρήματα, που πείθει και προειδοποιεί όλους μας πλην του Κρέοντα. Ενός Κρέοντα (Δημήτρης Λιγνάδης), περιχαρακωμένου, μόνου, στεγνού, στυγνού, προσηλωμένου στην εξουσία και στην εγωμανία του τυράννου. Αποτελούσε μόνος του μια σχολή ερμηνείας, κάτι σαν παράσταση μέσα στην παράσταση. Η μεταμφίεση της Μπέτυς Αρβανίτη σε Τειρεσία, παρά την ανατριχιαστική παραμόρφωση του ματιού της (προς τι άραγε η ορατή τυφλότητα ενός ηθοποιού που παίζει τον τυφλό;) εντυπωσιακή αλλά εξωτερική δίχως δική της ευθύνη.

Γενικά, η παράσταση έρρεπε προς ανεξήγητη περιγραφικότητα, ειδικά των χορικών. Οπως στο περίφημο Γ΄ στάσιμο για τον έρωτα, όπου Αντιγόνη και Αίμων, εκτός τόπου και χρόνου, επιδίδονται σε χαζοχαρούμενο ερωτικό κυνηγητό μέσα στην ορχήστρα και πάνω στη σκηνή (Ελένη Μανωλοπούλου), που ήταν παιδική χαρά και ικρίωμα μαζί.

Η μεταφραστική λιτότητα του Δ. Ν. Μαρωνίτη δεν κατόρθωσε να επιβάλει το στίγμα της στη σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθινού.

Στην «Αντιγόνη» του ο Ανούιγ θέλει την ηρωίδα παιδούλα να «θάβει» τον Πολυνίκη με παιδικό φτυαράκι. Η νέα σκηνοθέτις Ελένη Ευθυμίου τόνισε την μπρεχτική δομή του έργου (παρουσιαστής, σπάσιμο δράσης, τραγούδια), δεν υπερέβη όμως τελικά μια βεβιασμένα σημερινή διεκπεραίωση σε χώρο νεκροτομείου (πάλι) προσαρμοσμένη στις αρετές ή τις μανιέρες της φιλόδοξης διανομής (Βασιλική Τρουφάκου, Ανέζα Παπαδοπούλου, Ιωάννα Μαυρέα, Στέλιος Μάινας, Θοδωρής Κατσαφάδος κ.ά.) και τοποθετημένη στο ενδιαφέρον αλλά ξένου ύφους σκηνικό της Ζωής Μολυβδά-Φαμέλη.