ΘΕΑΤΡΟ

«Βλέπετε μια κανονική γυναίκα»

09s13lysistrati

Λίγο μετά τις 9 μ.μ. και ενώ οι τελευταίοι θεατές ανέβαιναν στα διαζώματα της Επιδαύρου, ένα εξωτικό «φρουτώδες» καπέλο φάνηκε στην άκρη του κοίλου, ακολουθούμενο από ένα λεπτό, γυμνό γυναικείο σώμα, που καλυπτόταν διακριτικά κάτω από ένα δαντελένιο φόρεμα, έκανε μια βόλτα μπροστά από τους θεατές και έκατσε στο πιάνο της σκηνής. Η είσοδος της πιανίστριας Λενιώς Λιάτσου προκάλεσε τους πρώτους ψιθύρους στο κοινό και σηματοδότησε τη συνθήκη για τη «Λυσιστράτη» του Μιχαήλ Μαρμαρινού, «ένα έργο με πιάνο», όπως έγραψε στο σκηνοθετικό σημείωμα του προγράμματος, το οποίο ξεχώρισε από την αρχή για την ιδιαίτερη ταυτότητά του. Στο μέσο της ορχήστρας ένα άγαλμα με το ομοίωμα ενός άνδρα –το οποίο γρήγορα έφυγε από τη μέση για να πάρει τη θέση του η Λυσιστράτη (Λένα Κιτσοπούλου)–, ένας καθρέφτης, ένα ανάκλιντρο και στο βάθος το ομοίωμα της Ακρόπολης που θα καταληφθεί από τις γυναίκες, οι οποίες θα κουβαλήσουν μέχρι και τα ψυγεία από τα σπίτια τους για να αντέξουν την πολιορκία.

Η μουσική του Δημήτρη Καμαρωτού δίνει τον ρυθμό της παραγωγής του Εθνικού Θεάτρου και με τη συνοδεία του πιάνου εισέρχεται ο γυναικείος χορός, λικνιζόμενος σε ρυθμό που θυμίζει ερωτικό παιχνίδι. «Αυτό που βλέπετε είναι μια κανονική γυναίκα», διαβάζουμε στους υπέρτιτλους και το πρώτο γέλιο βγαίνει αβίαστα από το κοινό, κάτι που θα επαναληφθεί αρκετές φορές μέχρι το τέλος του έργου. Η Λένα Κιτσοπούλου παίρνει τον λόγο και από εκεί και πέρα αναπτύσσεται ο μύθος και το χιούμορ του Αριστοφάνη, με την πρωταγωνίστρια να κερδίζει τις εντυπώσεις ως Λυσιστράτη του Αριστοφάνη και ως Λυσιστράτη του Μιχαήλ Μαρμαρινού: «Ηρθε ο άλλος να λύσει το γκομενικό του πρόβλημα με το παιδί. Τι μοντέρνα σκηνοθεσία είναι αυτή; Κατάθλιψη θα πάθει το παιδί», φωνάζει μέσα από την Ακρόπολη στον Κινησία σε μία από τις «αυτοσχεδιαστικές» σκηνές της παράστασης. Οι δύο και πλέον ώρες του έργου πέρασαν χωρίς κούραση και σε αυτό βοήθησαν η προσεγμένη χορογραφία των ηθοποιών σε όλη την περίμετρο της σκηνής (κίνηση Χ. Παπαδόπουλος) και η ενδιαφέρουσα τεχνική της αφήγησης, όπου τα πρόσωπα άλλοτε έμεναν πιστά στον ρόλο τους, άλλοτε αναφέρονταν στο τρίτο πρόσωπο, στίχοι μεταφέρονταν σε πλάγιο λόγο ως μουσικά φωνητικά ή λόγια δανείζονταν σε βουβά πρόσωπα, όπως ήταν ο Πρόβουλος από τον εκφραστικό Αιμίλιο Χειλάκη. Ο Χορός των γερόντων (Γ. Βογιατζής, Γ. Μπινιάρης, Θ. Πάνου, Χ. Τσιτσάκης) κινείται απολαυστικά, συμβάλλοντας στην εξέλιξη του έργου αλλά και στην επεξήγηση ορισμένων σημείων και λέξεων που έχουν σχέση με την υπόθεση αλλά ίσως δυσκολεύουν το σύγχρονο κοινό (π.χ., Ειλείθυια, η θεά του τοκετού) ή ιστορικών γεγονότων, όπως η Σικελική Εκστρατεία.

Η μετάφραση του Δημήτρη Δημητριάδη, η οποία διατηρήθηκε πιστή στο αρχικό κείμενο, «χωρίς να επιχειρηθεί η παραμικρότερη προσπάθεια επικαιρικής επέμβασης», όπως αναφέρει ο ίδιος, μετέφερε την αριστοφανική γλώσσα στη σημερινή εποχή χωρίς περιορισμούς, αποφεύγοντας τις εύκολες, επιθεωρησιακού τύπου, αντιστοιχίες.

Η Λυσιστράτη κατά τον Μιχαήλ Μαρμαρινό στήνει μια «ενδοκρινολογική παγίδα» στους άνδρες που αλληλοσκοτώνονται στον εμφύλιο Πελοποννησιακό Πόλεμο («Κ», 18/06/2016) και δίνει άλλο νόημα στη δύναμη του κάλλους και της ομορφιάς. «Αυτά ακριβώς περιμένω να μας σώσουν, οι κρόκοι και τα μύρα, οι άζωστοι χιτώνες, τα κοκκινάδια και τα διαφανή πέπλα», λέει η Λυσιστράτη και οι γυναίκες εμφανίζονται στην παράσταση με αραχνοΰφαντα φορέματα με ή χωρίς εσώρουχα (κοστούμια Μ. Τρικεριώτη) – αφού βέβαια έχουν καταλάβει και το δημόσιο ταμείο της πόλης. Προκαλούν τους άνδρες που έχουν χάσει τη λογική τους με τον συνεχιζόμενο πόλεμο και ο σκηνοθέτης το κάνει ξεκάθαρο αντικαθιστώντας τους Αθηναίους και Λακεδαιμόνιους διαπραγματευτές από πλαστικούς φαλλούς που άγονται και φέρονται από τα πάθη τους. Και βέβαια οι γυναίκες μένουν γυμνές στην Παράβαση, σαν ένα σώμα, αποτυπώνοντας την ομορφιά της ζωής απέναντι στον θάνατο. Την ειρήνευση απέναντι στον πόλεμο και στον διχασμό προτού επέλθει η τελική συμφιλίωση. Τι πιο φυσικό;