ΘΕΑΤΡΟ

«Οδηγούμαι στη λιτότητα όσο μεγαλώνω…»

odigoymai-sti-litotita-oso-megalono-amp-8230-2156717

Είναι Παρασκευή, λίγο πριν από τις 10 το βράδυ. Η Συγγρού είναι όσο ζωντανή οφείλει να είναι μια τέτοιαν ώρα. Στο ισόγειο του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης συναντώ τον Κωνσταντίνο Τζάθα, βοηθό σκηνοθέτη του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου, και την ηθοποιό Χαρά – Μάτα Γιαννάτου, που πρωταγωνιστεί, με τον Αργύρη Ξάφη, στην παράσταση «Λαμπεντούζα», η οποία κάνει πρεμιέρα στις 28 Οκτωβρίου, στο Θέατρο του Νέου Κόσμου. Οι πρόβες γίνονται στο ΕΜΣΤ, όπου ήταν προγραμματισμένο να ανεβεί το έργο το καλοκαίρι, αλλά οι ευθύνες που ανέλαβε ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος με το Φεστιβάλ Αθηνών δεν το επέτρεψαν.

Ενας μεγάλος, πάλλευκος χώρος μάς περιμένει στον δεύτερο όροφο. Το σκηνικό λιτό: ξεροί κορμοί δέντρων απλωμένοι στη «σκηνή». Οι δύο ηθοποιοί κινούνται κυκλικά, δίχως να συναντώνται, ανάμεσα στον μινιμαλισμό που επιβάλλει η αφήγηση του βραβευμένου Βρετανού Αντερς Λουστγκάρτεν (μτφρ. Αγγελική Κοκκώνη). «Οδηγούμαι στη λιτότητα όσο μεγαλώνω. Δεν είναι οικονομικό το θέμα, είναι η ουσία του πράγματος. Με ενδιαφέρει το ελάχιστο», λέει στην «Κ» ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος, στο διάλειμμα από την πρόβα.

Η «Λαμπεντούζα» είναι ένα έργο δυνατό, σκληρό, με χαραμάδες χιούμορ για το πώς είναι να συμφιλιώνεσαι με τον κόσμο, να βγαίνεις από τον κόσμο σου και να μετακινείσαι στον κόσμο των άλλων. Είναι δύο παράλληλοι μονόλογοι: του Στέφαν, που είναι «συλλέκτης» νεκρών προσφύγων στ’ ανοιχτά της Λαμπεντούζα, και της Ντενίζ, «συλλέκτριας» χρωστούμενων για λογαριασμό μιας εισπρακτικής εταιρείας, στο Μπίστον, στα περίχωρα του Λιντς της Αγγλίας. Με μόνο ένα βλέμμα στο τέλος της παράστασης, οι δύο ήρωες («είναι ήρωες που θέλω να τους μοιάσω», λέει ο Αργύρης Ξάφης) ανακαλύπτουν την ελπίδα ότι ο κόσμος μπορεί να πάει «κάπου», χωρίς να μας λέει πού, αφού το έργο δεν είναι διδακτικό.

«Ο θυμός του Στέφαν είναι πολιτικός, ενώ της Ντενίζ σκληρός, “σκέτος”», λέει ο Β. Θεοδωρόπουλος. «Ούσα μισή Κινέζα και μισή Βρετανίδα, χωρίς να είναι πρόσφυγας, βιώνει ενός είδους ρατσισμό, μέσα από τη δουλειά για την εισπρακτική εταιρεία, αφού οι κακοπληρωτές τής φέρονται πολύ άσχημα. Είναι ορφανή πατρός, με άρρωστη μάνα, που τελικά πεθαίνει, γίνεται σκληρή. Ξαφνικά βρίσκει μια φίλη, την Καρολίνα, ανύπαντρη μητέρα από την Πορτογαλία, που της λέει, ενώ η Ντενίζ έχει πάει για να εισπράξει τα χρωστούμενα: “Πώς είσαι; Είσαι καλά;”. Αυτό την αλλάζει», συμπληρώνει η Χαρά – Μάτα Γιαννάτου.

«Σε μια σκηνή του έργου, χαλάει το σκάφος με το οποίο μεταφέρει τα πτώματα ο Στέφαν, εκείνος δεν ξέρει να το επισκευάσει, ούτε ο Σάλβο, ο συνεργάτης του, και ξαφνικά εμφανίζεται ο Μοντίμπο από το Μάλι, που τους βλέπει από την αποβάθρα – μένει στον καταυλισμό προσφύγων. Προκύπτει ότι είναι μηχανικός πλοίων, κολυμπάει στη θάλασσα, φτάνει στο σκάφος και τους επισκευάζει το σκάφος. Ο Στέφαν φοβάται μήπως του πάρει τη δουλειά, αλλά τελικά βλέπει την ελπίδα στα μάτια του Μοντίμπο», αναφέρει ο Αργύρης Ξάφης.

Η παράσταση μιλάει για τις πλευρές των ανθρώπων που δεν καταλαβαίνουμε, αφού επιμένουμε να τους βλέπουμε επιφανειακά, στα «κουτάκια» που έχουμε δημιουργήσει για τον μικρόκοσμό μας. Με αυτά τα «κουτάκια» κρίνουμε – και κατακρίνουμε. «Το έργο εμφανίζει πλευρές, με τις οποίες συνήθως δεν ασχολούμαστε. Δεν μας περνάει καν από το μυαλό ότι ο πρόσφυγας είναι “κανονικός” άνθρωπος, που έχει μάνα, πατέρα, σπουδάζει, ταξιδεύει», επισημαίνει ο Β. Θεοδωρόπουλος. «Είναι πολύ έντονη η τεχνητή πόλωση στην Ελλάδα. Υπάρχει μία φασιστική ή ρατσιστική πλευρά σε όλους, αλλά έχουμε μέσα τη συμπόνοια και την έννοια του συμπάσχω», συμπληρώνει ο σκηνοθέτης. «Αυτή η παράσταση μας συμφιλιώνει με την ελπίδα αλλά και με τον φόβο του αγνώστου. Δεν είμαι ρατσιστής, δεν είμαι απάνθρωπος όταν φοβάμαι τον Αλλον· είναι μια πρώτη λογική αντίδραση στο άγνωστο. Τελικά, όμως, υπάρχει κάτι πιο σημαντικό: στο τέλος θα συντρέξω τον κατατρεγμένο», αναφέρει η «Ντενίζ», για να τη συμπληρώσει ο «Στέφαν»: «Το ερώτημα του έργου είναι το πώς θα βοηθήσω να συνεχιστεί η ζωή. Μπορεί να φοβηθείς, αλλά το θέμα είναι να επιβιώσει η ζωή. Η παράσταση αυτή σε απομακρύνει από την υπεραπλούστευση των σκέψεων. Σε εξοικειώνει με τον Αλλον, μέσω του θανάτου και της ζωής».

Η εναλλαγή του θυμού και της απελπισίας στον Στέφαν και στην Ντενίζ είναι η αναπαράσταση των εσωτερικών μεταβολών μας. Η σύγχρονη αφήγηση του Αντερς Λουστγκάρτεν είναι ένας τρόπος να πάψουμε να είμαστε εξοικειωμένοι με την –οποιασδήποτε μορφής– απώλεια, απλώς και μόνο επειδή έτσι έχουμε συνηθίσει.

​«Λαμπεντούζα», Θέατρο του Νέου Κόσμου, Κεντρική Σκηνή. Αντισθένους 7 και Θαρύπου. Από 28/10/2016 έως 9/4/2017.