ΘΕΑΤΡΟ

Προεξοφλημένη καταδίκη

proexoflimeni-katadiki-2165812

ΦΡΑΝΤΣ ΚΑΦΚΑ/ΘΩΜΑΣ ΜΟΣΧΟΠΟΥΛΟΣ
Η δίκη του Κ.
Σκηνοθ.: Θωμάς Μοσχόπουλος
Θέατρο: Πόρτα

Παρά την αγάπη του για το θέατρο –όπως μαρτυρούν οι συχνές ημερολογιακές αναφορές σε παραστάσεις που έβλεπε– ο Κάφκα δεν έγραψε θεατρικά έργα (εκτός από τον «Φύλακα του νεκρικού οίκου»). Ομως το θεμελιώδες συναίσθημά του, ο φόβος, ενδύεται πολλά θεατρικά «κοστούμια», αλλάζει τρόπους, τόπους και μορφές, πάντα μέσα στην αναπόδραστη παγίδα ενός εφιάλτη που δεν τελειώνει.

Ο Θωμάς Μοσχόπουλος διασκεύασε το πλέον διεισδυτικό, για την υπαρξιακή ενοχή του καθενός μας, έργο του Κάφκα, την ημιτελή «Δίκη», διατηρώντας τη δομή των δέκα κεφαλαίων σε δραματουργικά ρέουσα σύνοψη. Συνεχίζει έτσι τη μακρά (από το 1947) παγκόσμια περιπέτεια του πεζογραφήματος στις αναρίθμητες μεταμορφώσεις του ως θεάτρου, όπερας, μπαλέτου, σινεμά και τηλεόρασης. Το έργο οφείλει την επιβίωσή του στην ανυπακοή και την πίστη ταυτόχρονα. Είναι γνωστό πως ο επιστήθιος φίλος του Κάφκα, Μαξ Μπροντ, δεν ακολούθησε την τελευταία επιθυμία του ετοιμοθάνατου συγγραφέα να κάψει όλα του τα κατάλοιπα κι αφού επιμελήθηκε τα ημιτελή εξέδωσε όλα τα ανέκδοτα έργα του, πιστεύοντας στη πολυεπίπεδη και διαχρονική αξία τους. Η ιστορία του Κ που συλλαμβάνεται χωρίς κατηγορία, άγεται και φέρεται σε μια μυστηριώδη δίκη που δεν γίνεται, από δικαστικούς και ανακριτές που χάνονται σε σοκάκια, σοφίτες, αποθήκες και πορνικές περιπέτειες, και τέλος εκτελείται, αποτελεί έναν υποστασιακό, περίπου, εφιάλτη του 20ού και του 21ου αιώνα.

Η διασκευή του σκηνοθέτη ακολούθησε τη συνήθη γραμμή, βασισμένη κυρίως στους διαλόγους και μονολόγους του εκτενούς μυθιστορήματος, αφήνοντας σκηνοθεσία κι ερμηνεία των ηθοποιών να αναπληρώσουν τα αφώτιστα σημεία. Εχοντας διαβάσει χρόνια πριν τη μετάφραση του Αλέξανδρου Κοτζιά με σχέδια από το χειρόγραφο του Κάφκα στις πρώτες σελίδες (εκδόσεις Γαλαξίας, 1961) μπορώ να κρίνω και να συγκρίνω μόνο την ατμόσφαιρα και τα συναισθήματα που παρέμειναν στη μνήμη μου. Ξεκινώντας η παράσταση συνειδητοποίησα πως όλες οι παρουσιάσεις της «Δίκης» που έχω υπόψη μου έχουν κοινά χαρακτηριστικά: τα ασπρόμαυρα κοστούμια, τα μαύρα σκηνικά, το φαιό, λευκό, πάντως έντονο, μακιγιάζ των προσώπων. Στη συνηθισμένη αυτή αισθητική προστίθεται η συνηθισμένη δράση: θίασοι που συντονισμένοι πληκτρολογούν σφυροκοπώντας υπαρκτές ή φανταστικές γραφομηχανές, πόρτες που δεν οδηγούν πουθενά, πρόσωπα που μπαινοβγαίνουν και αλλάζουν ρόλους, τρομαγμένες κραυγές δίχως εξήγηση, απειλητικά χέρια, προκλητικές γυναίκες και σαρδόνια στόματα που οδηγούν τον Γιόζεφ Κ στο αναπόδραστο τέλος του.

Αναλογίζομαι, λοιπόν, τι καινούργιο και αυθεντικό φέρνει η παράσταση του Θωμά Μοσχόπουλου, που κράτησε το ενδιαφέρον μου επί μιάμιση ώρα, πέρα από την ανακεφαλαίωση όλων των παραπάνω χαρακτηριστικών.

Σημαντική ήταν η συνδρομή του Κορνήλιου Σελαμσή στις μουσικές ρωγμές της παράστασης (τι έξοχο χορικό!) όπως και της Ευαγγελίας Θεριανού (σκηνικά και αντικείμενα) που μετέφερε κι επαύξησε σε αυτά την εκτροχιασμένη λεπτότητα των σκίτσων του Κάφκα. Με κέντρισαν οι βωβοί ηθοποιοί–ανδρείκελα εν είδει ζωντανής μαριονέτας σε θέση ρόλου, που τους κινούσαν «κρυμμένοι» πίσω τους ομιλούντες ηθοποιοί. Ενδιαφέρουσες οι λευκές, δίχως χαρακτηριστικά μάσκες που ορμούσαν ομαδικά στον τυραννισμένο ήρωα, απρόσωπες, απροσπέλαστες, αινιγματικές. Αν βέβαια τα σκηνοθετικά αυτά ευρήματα έμεναν αστοιχείωτα δίχως την πυκνή ατμόσφαιρα, το μαύρο χιούμορ και τη διάχυτη απειλή που τα περιέβαλλε δεν θα μπορούσαν να τροφοδοτήσουν τις πολύ καλές ερμηνείες των ηθοποιών. Με ασθμαίνουσα βιασύνη και αγωνιώδη ταχύτητα μίλησαν το κείμενο των πολλαπλών ρόλων τους σε ρυθμούς εφιάλτη και υπερασπίστηκαν τους δαιδάλους της μυστηριώδους δίκης μέχρι τέλους.

Ο Κ του έξοχου Μιχάλη Συριόπουλου αποκτούσε πρόσθετο ενδιαφέρον καθώς εξαρχής έδειξε προορισμένος για την ανεξιχνίαστη αυτή περιπέτεια ατεκμηρίωτης ενοχής και ασύλληπτης παραδοξότητας. Δεν παρακολουθήσαμε την προοδευτική πτώση ενός καθωσπρέπει πολίτη που… «κάποιος πρέπει να τον συκοφάντησε…» μα τον προεξοφλημένο Γολγοθά κάποιου, που δέχεται την επίθεση μιας αόρατης, πολυπλόκαμης και σαρκάζουσας εξουσίας. Ανάλογες ήταν και οι άλλοτε δραματικές, άλλοτε κωμικοτραγικές αντιδράσεις του παγιδευμένου ήρωα. Στους πολλούς ανδρικούς και γυναικείους ρόλους διέπρεψε ένας ομοιογενής, καλοκουρδισμένος, χαρισματικός θίασος με διακριτούς τον Σωκράτη Πατσίκα, την Κίττυ Παϊταζόγλου, την Ειρήνη Μπούνταλη, την Ελένη Βλάχου, τον Μάνο Γαλάνη κ.ά. σε πολύ επιμελημένη κίνηση της Σοφίας Πάσχου και «καφκικά» κοστούμια της Κλαιρ Μπρέισγουελ.