ΘΕΑΤΡΟ

Αισθήσεις και παραισθήσεις

aisthiseis-kai-paraisthiseis-2172026

ΣΙΜΟΝ ΝΤΕ ΜΠΟΒΟΥΑΡ
Μονόλογος
σκηνοθ.: Αθηνά Κεφαλά
θέατρο: Της Οδού Κεφαλληνίας (β΄ σκηνή)

ΧΕΝΡΙ ΤΖΕΪΜΣ
Το στρίψιμο της βίδας
σκηνοθ.: Δημοσθένης Παπαδόπουλος
θέατρο: Ανεσις

Η Μάνια Παπαδημητρίου, απέχοντας τα τελευταία χρόνια από πολυπρόσωπα θεατρικά σχήματα, έχει διοχετεύσει ορμή, αβόλευτη μαχητικότητα, ανανεωτικό οίστρο, πανούργα φινέτσα, μουσικότητα, σωματική ερμηνεία, σε μονοπρόσωπες περφόρμανς, μονολόγους ή έργα για δύο πρόσωπα. Μετά την αξέχαστη «Αδαμαντία» στο Θέατρο Τέχνης, με τον «Μονόλογο» της Μποβουάρ αποδεικνύει (μέσα σ’ έναν καταιγισμό μονολογούντων ηθοποιών) πως να μονολογείς από σκηνής σημαίνει «παράσταση ειδικών αποστολών για ειδικό κοινό» (κατά τον καθηγητή και κριτικό Σ. Πατσαλίδη) αλλά και για ειδικούς ηθοποιούς.

Η άμεση, ωμή και τρυφερή μετάφραση – διασκευή της σκηνοθέτιδος της παράστασης Αθηνάς Κεφαλά φρόντισε για την ομιλούσα κραυγή που αρθρώνει, ουρλιάζει, υπαινίσσεται η Μίριελ, μια γυναίκα σαραντακάτι που, παραμονή Πρωτοχρονιάς, εγκαταλελειμμένη από λάθη δικών της αλλά και δικά της, κάνει «ταμείο ζωής». Ρίχνει τις ευθύνες για τα ναυάγια του βίου της και την αυτοκτονία της έφηβης κόρης της αποκλειστικά στους άλλους και αυτό ίσως είναι το ανομολόγητο δράμα της.

Ορθια, γονατιστή, καθιστή, κουβαριασμένη, περιστρεφόμενη, εκτεθειμένη πάνω σ’ ένα τραπέζι, με την τσελίστα Μαίρη Σκοπελίτη να τη συνοδεύει αυτοσχεδιάζοντας –σχεδόν πάντα εύστοχα– η Παπαδημητρίου γίνεται σώμα, οργή, φαντασίωση, σαρκασμός του ρόλου. Γίνεται θυματολατρία και εγωπάθεια, προδοσία και σκληρότητα των άλλων, γίνεται στέρηση κι ερημιά. Τα εκφραστικά της μέσα ανεξάντλητα, οι διακυμάνσεις φωνής, διάθεσης, σωματικής ομιλίας, τεκμήρια μιας εξαντλητικής δουλειάς που στοχεύει στην αυτοκυριαρχία του ηθοποιού πάνω σ’ έναν παραληρηματικό, θεατρικό χαρακτήρα.

«Ελεύθερος συνειρμός»

Από τις διαταραγμένες αισθήσεις της απομονωμένης Παριζιάνας Μίριελ στις πιθανές παραισθήσεις μιας άγουρης γκουβερνάντας της βικτωριανής εποχής, απόρροια ίσως παντοειδών στερήσεων, πουριτανισμού και φόβου στο επαρχιακό πρεσβυτέριο όπου μεγάλωσε. Ενας γοητευτικός και αινιγματικός εργένης την προσλαμβάνει ως γκουβερνάντα για τα δύο ορφανά ανίψια του, της δίνει κάθε αρμοδιότητα, ευθύνη και υλικό μέσο για το μεγάλωμά τους σ’ έναν εξοχικό πύργο, υπό έναν όρο: να μην τον ενοχλήσει ποτέ και για κανέναν λόγο. Κάπου εκεί ξεκινά το «Στρίψιμο της βίδας» του Χένρι Τζέιμς, η αριστοτεχνική νουβέλα που με τη διφορούμενη αμφισημία, τη διαρκή μετατόπιση από το καθημερινό στο μεταφυσικό, τη δύναμη των χαρακτήρων και την εγκαυστική τέχνη των υπαινιγμών της επηρέασε λογοτεχνία, κινηματογράφο, τηλεόραση και θέατρο του 20ού αιώνα.

Η αρρωστημένη σχεδόν αφοσίωση της νεαρής στον άφαντο εργοδότη, η δυσβάσταχτη ευθύνη και το καθήκον απέναντι στα δύο αξιαγάπητα ορφανά μαζί με τις μιαρές πράξεις ενός υπηρέτη και της πρώην γκουβερνάντας τους, πεθαμένων πρόσφατα, στοιχειώνουν το σιωπηλό σπίτι ή πτυχές ψυχολογικής παθογένειας της αγχωμένης επαρχιωτοπούλας. Πραγματικά ή φανταστικά περιστατικά την πείθουν πως τα φαντάσματα των πεθαμένων διεκδικούν τα παιδιά και οι σπασμωδικές αντιδράσεις της οδηγούν το αγόρι στον θάνατο.

Ο καλός ηθοποιός και πρόσφατα σκηνοθέτης Δημοσθένης Παπαδόπουλος προτείνει τη δική του μετάφραση – διασκευή για το περίφημο πεζογράφημα που ευτύχησε δύο φορές στο θέατρό μας, στην αξεπέραστη διασκευή του Τζέφρι Χάτσερ («Αμόρε» 2000, σκηνοθεσία Θ. Μοσχόπουλου, «Εν Αρχή» 2013, σκηνοθεσία Πάρη Μαντόπουλου). Ατυχώς, «ο ελεύθερος ή αυθαίρετος συνειρμός» όπως ονομάζει τη διασκευή του ο σκηνοθέτης υποβίβασε το έργο στη μονοδιάστατη εκδοχή πως είναι μόνον ένα εφιαλτικό παραμύθι στο ερωτικά καταπιεσμένο μυαλό της νεαρής και προβολή διαστροφών του εργοδότη της. Κατέληξε έτσι σ’ ένα αφελές, επιφανειακό θρίλερ μεγεθυσμένων σκιών, υποτονικών φωτισμών και χειροκίνητων, διαφανών παραπετασμάτων. Η παράσταση μοιραία προεξοφλεί, προκαταλαμβάνει, ακυρώνει κάθε υπαινικτική στρατηγική του μαεστρικά ακροβατικού κειμένου.

Η υπερκινητικότητα των δύο πολύ καλών ηθοποιών και η ενασχόλησή τους με κηροπήγια, παραπετάσματα, παράθυρα, φαντάσματα, προβολή ίσκιων γύρω από έναν πάγκο-καθρέφτη-πιάνο-φέρετρο αφαίρεσε την εσωτερική ένταση και τα ανεπαίσθητα ρεύματα των διαλόγων τους, που θα γεννούσαν σασπένς κι ενδιαφέρον ακόμα και μέσα στην ψευδή ατμόσφαιρα των εύκολων εφέ.

Αν και υποφωτισμένη στη διάρκεια της παράστασης, η Θάλεια Ματίκα είχε την πρόνοια των έντονων μεταπτώσεων στην ερμηνεία της, δίνοντας έτσι στον πολυσύνθετο ρόλο κάποιο εσωτερικό μέγεθος, και ο νεαρός Ιάσων Παπαματθαίου ως θείος, υπηρέτρια, μικρό αγόρι, πέτυχε με θαυμαστή άνεση και λιτότητα ακαριαίες, διακριτές μεταμορφώσεις, σε μια παράσταση που αδίκησε τις δυνατότητες και των δύο.