ΘΕΑΤΡΟ

Ο «ζωτικός χώρος» του μυαλού

o-zotikos-choros-toy-myaloy-2175715

ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΡΙΑΡΙΔΗΣ
Lebensraum
σκηνοθ.: Πηγή Δημητρακοπούλου
θέατρο: Φάουστ

«Τα πειράματα πάνε μπροστά την ανθρωπότητα», δηλώνει αινιγματικά ο «χειριστής» ενός πανούργου, ψυχολογικού πειράματος στον «αποδέκτη» (διάβαζε πειραματόζωο) του πειράματος. Ο απροσδιόριστα σαρδόνιος τρόπος που το λέει, φέρνει στον νου πειράματα-θηριωδίες που έζησε και ζει η ανθρωπότητα. Αυτό ακριβώς το υπαινικτικό παιχνίδι με τη μνήμη, την Ιστορία, το παρελθόν, το θέατρο, την πραγματικότητα, το δυστοπικό μέλλον, καθορίζει έργο και παράσταση.

Το «Lebensraum» του Θανάση Τριαρίδη είναι κάτι σαν θέατρο εν θεάτρω, με δύο άνδρες σ’ έναν κλειστό χώρο δράσης και κοινό (εμάς) να τους παρακολουθεί δοκιμαζόμενο στις αντοχές και τις ανοχές του. Πρωτοπαρουσιάστηκε μεταφρασμένο στο Βερολίνο (σε σκηνοθεσία Ελένης Σωκράτους) πριν ταξιδέψει σε τρεις χώρες και επτά πόλεις (πέρυσι και στο Θέατρο Θησείον) συναντώντας παντού μεγάλη ανταπόκριση. Παρακολούθησα τη νέα σκηνοθετική εκδοχή του από την ικανότατη Πηγή Δημητρακοπούλου, εξαντλητικά και διεισδυτικά δουλεμένη πάνω σε δύο ιδανικούς ερμηνευτές. Θεωρώ πως η σκηνοθεσία πέτυχε να υπαινιχθεί, να τονίσει ή και να ανακαλύψει πλήθος αναφορών σε παρελθόν, παρόν και μέλλον, σε υποκριτική και υποκρισία καθηλώνοντας, αν όχι κινητοποιώντας, το κοινό.

Ο τίτλος αναφέρεται ευθέως στο χιτλερικό δόγμα του Ζωτικού Χώρου» (Lebensraum), σύμφωνα με το οποίο ένας λαός δικαιούται να επεκταθεί σε ξένα, κοντινά ή και μακρινά εδάφη, όταν τα θεωρεί αναγκαία για δημογραφικές, φυλετικές, αμυντικές, οικονομικές του ανάγκες.

Ο Τριαρίδης, στο εφιαλτικό του έργο-πείραμα μεταθέτει αυτόν τον Ζωτικό Χώρο στον ανθρώπινο εγκέφαλο και η «προσάρτησή» του από ακατονόμαστες εξουσίες γίνεται με μέσο τον φόβο. Δεν είναι το πρώτο έργο-πείραμα που ακολούθησε την παγκόσμια ταραχή από το προφητικό (για την επανεμφάνιση του φασισμού) κινηματογραφικό «Die Welle» του Ντένις Γκάνσελ (2008), όμως διαθέτει αυθεντικές αρετές, εξαντλητικά μελετημένους ρόλους, εσωτερικούς ρυθμούς, αιφνιδιασμούς και απρόβλεπτα γυρίσματα δράσης. Ως είδος που αρχίζει ανώδυνα, σχεδόν σαν τηλεοπτικό παιχνίδι και κορυφώνεται σε εξουθενωτικό θρίλερ, διαθέτει πειθώ, ευφυΐα, επιχειρήματα, σοφά διαβαθμιζόμενο σασπένς, εξαιρετικά ψυχολογημένο και προσαρμοσμένο στους χαρακτήρες διάλογο.

Ο χώρος (Κώστας Παππάς) σε φωτισμούς Κοραή Δαμάτη «παίζει» με δύο τραπέζια- μακιγιάζ ηθοποιών που αντί για καθρέφτη διαθέτουν οθόνη μέσα στην οποία βλέπουμε τα πρόσωπα και τις εκφράσεις των ερμηνευτών χιαστί, όταν δεν κινούνται στον χώρο, όπου υπάρχει και μια φωτισμένη υδρόγειος σφαίρα.

Το αναπηρικό αμαξίδιο του «χειριστή» μπορεί να είναι για τον ανύποπτο θεατή σκηνοθετική άποψη, με παραπομπές μάλιστα σε συγκεκριμένο Γερμανό πολιτικό. Ωστόσο, η αναγκαιότητά του για την κίνηση του ενός ηθοποιού έγινε βασικό όχημα για πολύ περισσότερα.

Υπαγόρευσε ιδέες, φυσιογνωμία, θερμοκρασία, τάιμινγκ, κινησιολογία και ρυθμούς στην ακριβέστατη σκηνοθεσία. Θεωρώ τη διανομή εξαιρετικά εύστοχη, όχι μόνον για τις διαφορές παρουσιαστικού, συμπεριφοράς και ύφους ανάμεσα στους δύο ηθοποιούς, αλλά κυρίως για τη διαρκή απειλή εκτροπής ανάμεσα στην κυριαρχία του καθιστού «ανάπηρου» και στη βαθμιαία υποταγή του αρτιμελούς όρθιου.

Ο Σήφης Πολυζωίδης στον ρόλο του «αποδέκτη» υποδύεται με αφοπλιστική πειστικότητα ένα νέο που συμμετέχει στο πείραμα με δέλεαρ την αμοιβή αλλά και τη νεανική του περιέργεια. Καλοπροαίρετος, εγκυκλοπαιδικά ενημερωμένος, οπαδός του Διαφωτισμού, λίγο ρομαντικός και εύπιστος, προσέρχεται αθώος και απροετοίμαστος στον εφιάλτη, που σιγά σιγά πολιορκεί τον Ζωτικό Χώρο της συνείδησης, της αυτογνωσίας, των βεβαιοτήτων και των πεποιθήσεών του. Πολιορκητικός κριός, ο φόβος που μεθοδικά, ψυχρά, υπολογισμένα και έμπειρα του σταλάζει με κάθε ερώτημα, εντολή, υπονοούμενο, αλλαγή συμπεριφοράς, διατυπωμένη η υφέρπουσα απειλή, ο χειριστής του πειράματος. Τον υποδύεται ο μαχόμενος ηθοποιός και θεατρολόγος Πάνος Ζουρνατζίδης, μέλος της Ομάδας Θεάτρου Ατόμων με

Αναπηρία. Χρησιμοποιώντας το αναπηρικό του αμαξίδιο ως μέσον άλωσης του χώρου και της προσωπικότητας του «αποδέκτη», δίνει ένα σπάνιο ρεσιτάλ αυτοκυριαρχίας, μέτρου, αίσθησης ρυθμού σε λόγο και κίνηση. Είναι η προσωποποίηση της ψυχρότητας και του σαδισμού με το ξυρισμένο κρανίο, την αλύγιστη στάση, το παγερό βλέμμα, το σαρκαστικό μειδίαμα. Οι παραπλανητικά αιφνίδιες, φιλικές και ανθρώπινες ρωγμές στη συμπεριφορά του κάνουν τον ρόλο ακόμη πιο επιρρεπή σε κλισέ και υπερβολές, που ο Ζουρνατζίδης τόσο αριστοτεχνικά απέφυγε.