ΘΕΑΤΡΟ

Η Βιρτζίνια Γουλφ δεν πέθανε ποτέ…

i-virtzinia-goylf-den-pethane-pote-amp-8230-2181572

Είδα την παράσταση «Κύματα» του Δημήτρη Καραντζά στη Στέγη, καθισμένη σε ένα ξύλινο τραπέζι μέσα στη σκηνή, όπως απαιτούσε η σκηνοθεσία. Απέναντί μου και πλάι μου σε ίδιους πάγκους ενωμένους μεταξύ τους βρίσκονταν κι άλλοι θεατές, οι περισσότεροι νέοι, κάποιοι έφηβοι. Οι ηθοποιοί, νεαροί και εκείνοι, κινούνταν ανάμεσά μας. Καθώς η ώρα περνούσε, η πυκνή ροή του κειμένου –αυτά τα 6 πρόσωπα που μιλούν σαν χείμαρροι– συντονίστηκε με τη ροή της παράστασης συνθέτοντας ένα ρυθμό συναρπαστικό. Το σκηνοθετικό εγχείρημα είναι επιτυχημένο αλλά απαιτητικό. Ο λόγος ποιητικός, αποσπασματικός και απείθαρχος σαν την ανθρώπινη σκέψη και τις εσωτερικές φωνές της συνείδησης. Η συγγραφέας δεν χαρίζεται στον αναγνώστη της. Επιθυμεί να πετάξει από το γραπτό της «καθετί άχρηστο, νεκρό και επιφανειακό», να βρει τον παλμό που «θα κάνει το αίμα να τρέχει από μια άκρη στην άλλη». Κοιτάζω το 15χρονο κορίτσι απέναντί μου και διαπιστώνω ότι παρακολουθεί γοητευμένο. Το ίδιο και οι υπόλοιποι θεατές που στην αρχή στριφογύριζαν αμήχανοι στην καρέκλα τους, εκτεθειμένοι στην ορμή αυτών των λέξεων. Η Βιρτζίνια Γουλφ παραμένει νέα και σπινθηροβόλα 135 χρόνια μετά τη γέννησή της.

«Γράφε συνέχεια»

Οταν η Γουλφ καταπιάστηκε με τα «Κύματα», ένα μυθιστόρημα σύνθετο τόσο στη μορφή όσο και στο περιεχόμενό του, ένα «ποίημα-παιχνίδι» κατά τα λεγόμενά της, πλησίαζε τα πενήντα της. Είχαν προηγηθεί αρκετά βιβλία, δημοσιογραφικά άρθρα και δοκίμια, όλα ανατρεπτικά και νεωτερικά. Και άλλα κείμενα που ποτέ δεν δημοσιεύτηκαν, σημειώσεις, ημερολογιακές καταγραφές της ζωής της, σελίδες επί σελίδων που έγραφε ασταμάτητα την ημέρα αλλά και τις νύχτες της αϋπνίας της. «Γράφε συνέχεια. Κάτι ενδιαφέρον συμβαίνει κάθε μέρα», ήταν η συμβουλή που είχε δώσει στον γιο της αγαπημένης της Βίτα Σάκβιλ-Ουέστ μετά το τέλος μιας από τις συνηθισμένες της «ανακρίσεις», όπως χαριτωμένα ο ίδιος ονομάζει τις συζητήσεις που έκανε με τη Γουλφ ως παιδί. Ηταν τότε που εκείνη έμπαινε στο σπίτι ορμητική, ζωντανή και πνευματώδης ρωτώντας, «Τι συνέβη σήμερα, πώς ντύθηκες, πώς ήταν ο ήλιος που σε ξύπνησε; Ηταν άγριος ήλιος, τρυφερός, δυνατός;».

Οι βιογράφοι της λένε ότι εκτός από το γραφείο της είχε κι ένα έπιπλο ειδικά διαμορφωμένο ώστε να στέκεται μπροστά του όρθια και να γράφει. Επίσης υποστηρίζουν ότι υπήρξε, όπως ο πατέρας της, γερή πεζοπόρος και ότι καθημερινά ανεβοκατέβαινε τους λόφους γύρω από την κατοικία της στο Σάσεξ απαγγέλλοντας δυνατά αποσπάσματα από τα γραπτά της για να ακούει τον ρυθμό του κειμένου. Τα ανίψια της τη θυμούνται περίεργη και ζωηρή να ξεσηκώνει τον παιδικό ενθουσιασμό τους με τις ιδέες της και όλοι ομολογούν ότι απολάμβανε όσο τίποτε άλλο τις συναντήσεις με φίλους, στις οποίες ικανοποιούσε με απανωτές ερωτήσεις την αστείρευτη περιέργειά της για τις λεπτομέρειες της καθημερινότητας. Ωστόσο, παρά τη νεανικότητά της, όταν έγραφε τα «Κύματα», περίπου στα 1930, ήταν μεσήλικη. Είχαν προηγηθεί πολύμηνες κρίσεις μανίας και κατάθλιψης που την κατέτρεχαν από μικρή και κάποιες φορές την ανάγκασαν να νοσηλευτεί. Ηταν περίοδοι σκοτεινές και βασανιστικές που την κρατούσαν κλεισμένη στο σπίτι, κλινήρη και απομονωμένη. Αλλά δεν υπάρχει κούραση και απογοήτευση στις σελίδες των «Κυμάτων». «Και πρέπει να σου πω πως έζησα τη ζωή μου όλα αυτά τα χρόνια πολύ ριψοκίνδυνα, σαν αγριοκάτσικο που πηδάει από βράχο σε βράχο», λέει ένας από τους χαρακτήρες του έργου, ο ένας από τους 6 φίλους τους οποίους παρακολουθούμε στο βιβλίο να μεγαλώνουν χρόνο τον χρόνο, φράση τη φράση.

Η σύγχρονη Γουλφ

Περνώντας από τα βιβλιοπωλεία της πόλης, οι πωλητές επιβεβαιώνουν αυτό που δείχνει η εμπειρία. Τα βιβλία της Βιρτζίνια Γουλφ δεν σταματούν ποτέ να κινούνται, δεν ξεχνιούνται ποτέ στο ράφι. Τη χρονιά που πέρασε, δύο θεατρικές παραστάσεις ανέβηκαν στην Αθήνα, βασισμένες η μία στο μυθιστόρημα «Ορλάντο» και η άλλη στα «Κύματα» σε παραγωγή της Στέγης και τώρα επαναλαμβάνεται στο θέατρο Σφενδόνη. Επίσης κυκλοφόρησαν δύο νέα βιβλία, «Ο κύριος Μπένετ και η κυρία Μπράουν. Και άλλα κείμενα για τη γραφή» (εκδ. Μίνως) και «Δευτέρα ή Τρίτη» (εκδ. Ποικίλη Στοά). Μέσα στο 2017 πρόκειται να επανακυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Gutenberg αυτή τη φορά ο/η «Ορλάντο», επανέκδοση με αναθεωρημένη μετάφραση και εμπλουτισμένη εισαγωγή και σχόλια από την Αργυρώ Μαντόγλου.

Μια περιπλάνηση στο Διαδίκτυο ανακαλύπτει websites και blogs αφιερωμένα στη ζωή και στο έργο της. Και δεν είναι όλα φιλολογικά. Μια νεαρή Αμερικανίδα από το Σιάτλ γράφει στο blog της απευθυνόμενη νοερά στη συγγραφέα που γεννήθηκε το 1882: «Ελπίζουμε ότι μπορείς να μας πεις γιατί βρισκόμαστε εδώ».

Η Βιρτζίνια Γουλφ μπορεί να έγινε διάσημη παγκοσμίως λόγω του θανάτου της –αυτοκτόνησε το 1941 πέφτοντας στα νερά του ποταμού Ουζ–, αλλά γνώρισε μια πλούσια μεταθανάτια «ζωή». Μια σειρά από βιογραφικές μελέτες, κινηματογραφικές ταινίες και θεατρικές παραστάσεις την κρατούν ζωντανή εστιάζοντας στην πολυσχιδή, γοητευτική προσωπικότητά της – μάλιστα εσχάτως ετοιμάζεται μια νέα ταινία βασισμένη στη σύντομη ερωτική της σχέση με τη λογοτέχνιδα Βίτα Σάκβιλ-Ουέστ, ένα γεγονός που ποτέ δεν ανέτρεψε τον γάμο της.

Ως δραστήριο μέλος του Κύκλου του Μπλούμσμπερι, πιστή στο ανατρεπτικό πνεύμα των διανοουμένων στις αρχές του 20ού αιώνα, ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε για τις κοινωνικές συμβάσεις. «Δόξα τω Θεώ που οι τελετές τελείωσαν», γράφει. Ωστόσο θα ήταν κρίμα η πλούσια ζωή της και το τραγικό της τέλος να επισκιάσουν το λαμπρό της ταλέντο. Η Βιρτζίνια Γουλφ υπήρξε μια πολιτικά σκεπτόμενη γυναίκα, τολμηρή ως προς τις αρχές της και ενεργή φεμινίστρια. Υπήρξε συγγραφέας που ήρθε σε σύγκρουση με τους παραδοσιακούς τρόπους γραφής, και προσλαμβάνοντας τα μηνύματα των καιρών που έζησε, έσπασε την καθιερωμένη φόρμα του μυθιστορήματος και επινόησε μια δική της. Το συγγραφικό της έργο εξακολουθεί να συγκινεί, επειδή κατάφερε με τις λέξεις της να συλλάβει τον ενθουσιασμό, τον πόνο, την ομορφιά και τον τρόμο αυτού που η ίδια ονόμασε Μοντέρνα Εποχή. Τα μυθιστορήματα, εξίσου με τα δοκίμια και την αρθρογραφία της, εκφράζουν τις δραματικές αλλαγές που έζησε η Ευρώπη στις αρχές του προηγούμενου αιώνα. «Οφείλουμε να συμφιλιωθούμε με μια εποχή γεμάτη από αποτυχίες και θραύσματα», γράφει, και αυτό εξακολουθεί να μας είναι οικείο. Διαβάζοντάς την ακούμε «τον ήχο μιας συντριβής και μιας πτώσης, μιας μετωπικής σύγκρουσης». Βεβαίως η δεκαπεντάχρονη θεατής που καθόταν απέναντί μου στην παράσταση των «Κυμάτων» μάλλον δεν χρειάζεται αυτές τις γνώσεις για να αγαπήσει τη Γουλφ, και να τη νιώσει συνομήλική της. Αρκούν οι λέξεις της: «Λεπτό το λεπτό. Ωρα την ώρα. Ποιος είμαι;».