ΘΕΑΤΡΟ

Μια γιορτή που γίνεται τραγωδία

mia-giorti-poy-ginetai-tragodia-2227318

Αν έχεις δει την «Οικογενειακή γιορτή» (Festen) του Τόμας Βίντερμπεργκ, είναι πολύ πιθανό να μην θέλεις να νιώσεις ξανά εκείνο το σφίξιμο στο στομάχι που προκαλεί η ταινία του 1998, όχι τόσο για τα φρικτά πράγματα που λέει αλλά για τον τρόπο που το κάνει στη φιλοσοφία του κινηματογραφικού κινήματος «Δόγμα ’95».

Γι’ αυτό και ήμουν περίεργος να δω με ποιον τρόπο ο σκηνοθέτης και ηθοποιός Γιάννης Παρασκευόπουλος θα μετέφερε στη σκηνή του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος μια οικογενειακή γιορτή που μετατρέπεται σε οικογενειακή τραγωδία.

Στην πλοκή, μια μεγάλη οικογένεια συγκεντρώνεται για να γιορτάσει τα εξηκοστά γενέθλια του πατέρα – επιχειρηματία στο πολυτελές θέρετρό τους. Τη γιορτή σκιάζει η αυτοκτονία της μίας από τις δύο κόρες του. Ωστόσο, η γιορτή ξεκινά με τον οικοδεσπότη να δίνει το σύνθημα για να τραγουδήσουν όλοι μαζί και να αρχίσουν οι προπόσεις. Η χαρμόσυνη ατμόσφαιρα ανατρέπεται όταν ο μεγαλύτερος γιος, ο Κρίστιαν, αποκαλύπτει σε όλους ότι ο ίδιος και η νεκρή δίδυμη αδελφή του είχαν κατ’ επανάληψιν κακοποιηθεί από τον πατέρα τους όταν ήταν παιδιά. Τα πράγματα όμως εκτρέπονται δεύτερη φορά όταν η οικογένεια στρέφεται εναντίον του.

Ο Γιάννης Παρασκευόπουλος καταφέρνει από την αρχή να εντάξει συναισθηματικά το κοινό μέσα στον κορμό της παράστασης. Το φουαγιέ της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών μετατράπηκε σε αίθουσα δεξιώσεων με διάσπαρτες καρέκλες και το κοινό παίρνει τη θέση του σύμφωνα με τις υποδείξεις των ηθοποιών. Με αυτόν τον τρόπο η δράση εκτυλίσσεται σε κάθε σημείο του χώρου και ο θεατής δεν είναι απλός παρατηρητής ούτε δεμένος στην καρέκλα του. Το βλέμμα και το σώμα ακολουθούν την κίνηση των ηθοποιών και γρήγορα νιώθεις συμμέτοχος, μακρινός συγγενής, της σουρεαλιστικής γιορτής. Ο σκηνοθέτης εκμεταλλεύεται κάθε σπιθαμή του εσωτερικού χώρου αλλά και το εξωτερικό μπαλκόνι της ΕΜΣ, στο οποίο μεταφέρεται η δράση στις σκηνές του κυνηγητού.

Η ένταση χτίζεται κλιμακωτά και το έργο σκοτεινιάζει όσο περνάει η ώρα, αν και από την αρχική μας γνωριμία με τους χαρακτήρες υποψιαζόμαστε ότι υπάρχουν ζητήματα που κοχλάζουν και θα εκραγούν στη συνέχεια. Η σεξουαλική κακοποίηση των παιδιών είναι στο κέντρο της παράστασης, αλλά την ίδια στιγμή φωτίζεται ο αγώνας του θύματος να ξεπεράσει τους προσωπικούς του φόβους και αγκυλώσεις και να αποκαλύψει τη φρίκη του παρελθόντος. Το δράμα της παράστασης κορυφώνεται μαζί με τον παραλογισμό της συλλογικής ενοχής και της άρνησης που επιδεικνύουν τα μέλη της οικογένειας να αποδεχτούν ένα έγκλημα το οποίο όλοι γνώριζαν.

Με βοηθήματα την εξαιρετική μουσική (Μάνος Μυλωνάκης) και τους φωτισμούς (Στράτος Κουρτάκης) και με ελάχιστα σκηνικά οι ηθοποιοί σηκώνουν το βάρος της παράστασης. Από το πολύ καλό σύνολο που έχει «δέσει» με την παράσταση, καθώς παίζεται από την περυσινή θεατρική περίοδο (2016-17), ξεχωρίσαμε την ερμηνεία του Κωνσταντίνου Χατζησάββα για τον κυκλοθυμικό Μίκαελ που μοιάζει με ένα εκκρεμές συναισθημάτων και εκρήξεων, τον Νίκο Καπέλιο στον ρόλο του Χέλμουντ, τη νεότερη εκδοχή του πατέρα δυνάστη και της Ιωάννας Παγιατάκη για την αποτύπωση των εσωτερικών συγκρούσεων που βασανίζουν τη μεσαία κόρη και αδελφή Ελένε.