ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ

H αμερικανική τηλεοπτική βιομηχανία μέσα από την κλειδαρότρυπα

gkat_15_0802_page_1_image_0001

«Δεν βίασα καμία! Ξέρεις τι έκανα; Κοιμήθηκα με μερικές προσωπικές βοηθούς! Σιγά τα λάχανα, τους άρεσε! Oλα άλλαξαν, αλλά ξέχασαν να με ενημερώσουν. Ανέκαθεν οι άνδρες χρησιμοποιούν τη δύναμή τους για να προσελκύσουν τις γυναίκες. Hταν συναινετικό, δεν απείλησα καμία. Οι περισσότερες μου ρίχτηκαν!».

Θα μπορούσε να είναι απόσπασμα από τα πρακτικά της δίκης του Χάρβι Ουάινσταϊν που διεξάγεται στη Νέα Υόρκη. Ή η αξιολύπητη προσπάθεια οποιουδήποτε σεξουαλικού θηρευτή να δικαιολογήσει τη συμπεριφορά του. Εν προκειμένω του τηλεπαρουσιαστή Μιτς Κέσλερ, ήρωα της σειράς- ναυαρχίδας «The morning show», του νεόκοπου Apple TV+, ο οποίος, σύμφωνα με την ιστορία, απολύεται από την εκπομπή που παρουσίαζε επί 15 χρόνια εξαιτίας της ανάρμοστης σεξουαλικής συμπεριφοράς του.

Η συμπαρουσιάστριά του Aλεξ Λίβι (Τζένιφερ Ανιστον) εμφανίζεται έκπληκτη και συντετριμμένη, οι επικεφαλής του δικτύου δηλώνουν άγνοια περί του ανέντιμου βίου του «αγαπημένου τους παιδιού», οι υπόλοιποι συνεργάτες, η «οικογένεια» της εκπομπής που άλλαξε την αμερικανική πρωινή ζώνη, κρατούν το στόμα τους κλειστό. Την τράπουλα θα ανακατέψει η αθυρόστομη, ατίθαση ρεπόρτερ Μπράντλεϊ Τζάκσον (Ρις Γουίδερσπουν), που κερδίζει αναπάντεχα τη θέση του ατιμασμένου Μιτς και ξεκινά να κάνει επίμονες και άβολες ερωτήσεις.

Το «The morning show» είναι η απόλυτη σειρά της μετά #ΜeΤoo εποχής. Στους διαλόγους αναπτύσσεται όλη η συζήτηση σχετικά με την κουλτούρα και την παράδοση που εξέθρεψε τους σεξουαλικούς θηρευτές, άνδρες που εκμεταλλεύθηκαν τη θέση και την ισχύ τους στη βιομηχανία του θεάματος, ώστε να εκβιάσουν ερωτικές συνευρέσεις.

Ακούγονται επιχειρήματα που εκφράστηκαν από τους θύτες και τα θύματα, αλλά και από τους παρατηρητές και ακούσιους συνενόχους στη «συνωμοσία της σιωπής» («Είμαι εξίσου ένοχος με κάθε στρέιτ μεσήλικα άνδρα» ή «αυτή η φάση με το #ΜeΤoo είναι μυωπική και πουριτανική»). Καταδεικνύονται, επίσης, οι ευθύνες των ίδιων και των οργανισμών που συγκάλυψαν αποκρουστικές και έκνομες συμπεριφορές ώστε να κρατήσουν καλογυαλισμένη και αρραγή την εικόνα τους («σταματήστε το, κάντε ό,τι χρειάζεται, εξαγοράστε τους, δυσφημήστε τις καταγγέλλουσες», ζητεί ο πρόεδρος του δικτύου προκειμένου να αποτρέψει τη δημοσίευση ενός άρθρου των New York Times).

Η σειρά ανοίγει επίσης μια κλειδαρότρυπα στον κόσμο της αμερικανικής τηλεοπτικής βιομηχανίας. Μια «κρυφή» κάμερα στον εργασιακό και προσωπικό μικρόκοσμο των διασημοτήτων που ορίζουν τη ζωή και την αυτοεικόνα τους με βάση τις ματαιόδοξες προτεραιότητές τους, τις δημόσιες σχέσεις, την ψευδαίσθηση της εξουσίας.

Είναι, τέλος, μια συζήτηση πάνω στο παρελθόν, στο παρόν και στο μέλλον της τηλεόρασης και της δημοσιογραφίας, δίνοντας τροφή για σκέψη. «Τα δίκτυα μετάδοσης δεν αντέχουν πλήγματα. Μπορεί να καταρρεύσουν, εκτός αν τα επανεφεύρουμε. Θα μας εξαγοράσουν τεχνολογικές εταιρείες αν δεν αλλάξει κάτι», ακούγεται να λέει ένας από τους χαρακτήρες, για να λάβει την απάντηση: «Ασχέτως τεχνολογίας, πάντα θα χρειάζεται ποιοτική και αξιόπιστη δημοσιογραφία».

Φυσικά, δεν λείπουν από την πλοκή τα θέματα της εργασιακής ανισότητας των γυναικών («Ποτέ δεν θα είναι εύκολο για μια γυναίκα να πάρει τον έλεγχο μιας ανδροκρατούμενης αυτοκρατορίας», διά στόματος Αλις Λίβι – Τζένιφερ Ανιστον), των φυλετικών διακρίσεων («μην τυχόν και βάλουν μαύρο παρουσιαστή στην εκπομπή»). Η ερμηνεία της Ανιστον είναι υπέροχη, από τις καλύτερες και ωριμότερες της καριέρας της. Η Γουίδερσπουν συνεχίζει ένα σερί εξαιρετικών τηλεοπτικών εμφανίσεων, μένοντας ταυτόχρονα πιστή στην παραγωγή σειρών που διαπραγματεύονται ή προωθούν τη γυναικεία ενδυνάμωση.