ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ

Οταν ο Μηνάς Χατζησάββας έδινε ρεσιτάλ στη θρυλική «Αναστασία»

otan-o-minas-chatzisavvas-edine-resital-sti-thryliki-anastasia-2113058

Ο​​ι θεατρόφιλοι θα θυμούνται τον πρόωρα χαμένο Μηνά Χατζησάββα για τους μεγάλους του ρόλους στη σκηνή. Δεν είμαι φίλος του θεάτρου –κανένας δεν είναι τέλειος κτλ.– ωστόσο, θα τον θυμάμαι πάντοτε για τον ρόλο του στη θρυλική «Αναστασία».

Πρέπει να ήταν άνοιξη ή αρχές καλοκαιριού του 1993 και, χαμένος 23χρονος, κάπου στην 116 Πτέρυγα Μάχης του Αράξου, τον πρώτο καιρό της 21μηνης τότε θητείας μου στην Πολεμική Αεροπορία, στις καντίνες όπου υπήρχαν τηλεοράσεις στηνόμασταν ευλαβικά μπροστά από το κουτί (αν δεν είχαμε σκοπιά ή κάποια άλλη επιστασία) για να δούμε «τι θα γίνει στην “Αναστασία”».

Για να είμαι απολύτως ειλικρινής, κι εγώ και οι άλλοι συνάδελφοι σμηνίτες δεν χάναμε επεισόδιο, διότι δεν θέλαμε να χάσουμε τη Μυρτώ Αλικάκη, λαχταριστή «λολίτα» που έκανε αλοιφή πατέρα και γιο. Σε τι καλύτερο να ελπίσει κανείς όταν είναι υπηρεσία λίγα χιλιόμετρα έξω από την Πάτρα;

Ηταν κάτι πρωτόφαντο η «Αναστασία» για τα τηλεοπτικά ήθη της εποχής· αισθησιακή, καλογυρισμένη, μέσα στην ακρότητα της όλης κατάστασης που περιέγραφε, πειστική, αληθοφανής, ζυγισμένη αλλά και απρόβλεπτη – και με καταπληκτική χημεία μεταξύ των πρωταγωνιστών (και του Αλκι Κούρκουλου, ο οποίος συμπλήρωνε το «τρίο» ως γιος του Χατζησάββα).

Τότε, η έξαψή μου εξαντλούνταν στην ωραιοτάτη, δροσερή Μυρτώ Αλικάκη (η οποία πιστοποίησε την ιδιαιτερότητά της με την ουσιαστική όσο και διακριτική κατοπινή επαγγελματική της πορεία – χωρίς να επαναλάβει ποτέ μία ακόμη «Αναστασία» κι ευτυχώς).

Σήμερα όμως, ίσως επειδή τα χρόνια μιλάνε αλλιώς στο εσωτερικό σου αυτί, βαραίνει περισσότερο η μορφή του Μηνά Χατζησάββα. Θα έλεγα πως στην «Αναστασία», ο Χατζησάββας δεν υποδυόταν απλώς έναν ώριμο άνδρα που τον σέρνει από τη μύτη μια νεαρά ύπαρξη από αυτές που εύχεσαι και δεν εύχεσαι να πέσουν στο διάβα σου. Ο Χατζησάββας ΗΤΑΝ αυτός ο ώριμος άνδρας, πατέρας, επαγγελματίας επιθετικός πλην όμως όνειδος για το ανδρικό φύλο σε ό,τι αφορά την όλη του συμπεριφορά απέναντι στο θήλυ. Και αυτό τον έκανε συναρπαστικό, δραματικό, ανθρώπινο. Ολη αυτή η αντίφαση, που, κατά κανόνα, είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματός μας – του εαυτού μας.

Δεν χρειαζόταν να μιλήσει, να πει πολλά, το βλέμμα του και η όλη του κίνηση μαρτυρούσε το μαρτύριό του – ειδικά όταν ανακαλύπτει ότι το σκοτεινό αντικείμενο του πόθου είναι ο μεγάλος έρωτας του γιου του. Ισως ο ίδιος σήμερα να μη συγκατέλεγε αυτό τον ρόλο στους πλέον αξιομνημόνευτους. Τον κρατάω όμως για μένα σήμερα, μα και για τότε, για τον άγουρο, «πηγμένο» σμηνίτη.