ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ

Η λογοτεχνία της τηλεόρασης

i-logotechnia-tis-tileorasis-2134399

Π​​ριν από περίπου δύο χρόνια η Φρανσίν Πρόουζ δημοσίευσε στη New York Review of Books μια σφόδρα αρνητική αλλά υποδειγματικά αιτιολογημένη κριτική για την «Καρδερίνα» της Ντόνα Ταρτ. Tο κείμενο κατακεραύνωνε τους κριτικούς που είχαν συγκρίνει ελαφρά τη καρδία τις ακατέργαστες και στομφώδεις προτάσεις της Ταρτ με τις απρόβλεπτες, ιδιοφυείς, λεπτουργημένες προτάσεις του Τσαρλς Ντίκενς.

Ολοκληρώνοντας τα επιχειρήματά της, η αρθρογράφος διατύπωσε μάλιστα ένα ερώτημα που ξέφευγε κατά πολύ από το περιορισμένο εμβαδόν της αποτίμησης του δεδομένου μυθιστορήματος: «Μα κανείς δεν ενδιαφέρεται πια για τη γλώσσα ενός βιβλίου»;

Πράγματι, γιατί κανείς δεν φαίνεται να αποθαρρύνεται από το απεριποίητο ύφος της γραφής στο προσφάτως εκδομένο «Purity» του Τζόναθαν Φράνζεν, του συγγραφέα που μας έδωσε τις θαυμάσιες «Διορθώσεις»;

Δεν αμφιβάλλω ότι το στόρι του βιβλίου θα μπορούσε να διασκευαστεί για την τηλεόραση χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία, ωστόσο, μολονότι o Φράνζεν προσπαθεί να μιμηθεί το απέριττο στυλ των Ρώσων γιγάντων του 19ου αιώνα, η γλώσσα του παρουσιάζει σε πολλά σημεία του κειμένου σοβαρά προβλήματα ρυθμού και οικονομίας. Και δεν είναι άραγε ενδεικτικό της υπερτιμημένης αξίας που είχε αποκτήσει στο λογοτεχνικό χρηματιστήριο το «Χαστούκι» του Χρήστου Τσιόλκα, ένα μυθιστόρημα που επίσης δεν διακρίνεται για την υψηλή ποιότητα της γραφής του, το γεγονός ότι η τηλεοπτική μεταφορά του, αν μη τι άλλο, έκανε το βιβλίο να μοιάζει σαν να είχε γραφτεί ως πρώτη ύλη ενός τέτοιου εγχειρήματος; Μπορούν να δοθούν πολλές ερμηνείες με αφορμή τα παραπάνω ερωτήματα, φοβάμαι ωστόσο ότι καμία δεν θα είναι ακριβής αν δεν προσμετρήσει τον ολοένα και πλατύτερο χώρο που καταλαμβάνουν στη συνείδηση του κοινού, ακόμη και του φιλόδοξου συγγραφέα, οι αγγλόφωνες σειρές της επονομαζόμενης «χρυσής εποχής της τηλεόρασης».

Ολοι σήμερα παρακολουθούν σειρές και κουβεντιάζουν διαρκώς γι’ αυτές. Οι άνθρωποι της γενιάς μου, όσοι έχουν γεννηθεί εκεί γύρω στο 1980, θα συμφωνήσουν ότι είναι πιο πιθανό ένας συνομήλικός μας να έχει πληροφορηθεί τη φρικιαστική υπόθεση με τις ανεξιχνίαστες δολοφονίες εκατοντάδων εργατριών στις «μακιλαδόρες» της Χουάρεζ στα σύνορα ΗΠΑ και Μεξικού, όχι από την ανάγνωση του «2666», του μυθιστορήματος του Ρομπέρτο Μπολάνιο, αλλά από το «The Bridge», την τηλεοπτική παραγωγή του FX. Δεν προτίθεμαι να εξαπολύσω φιλιππικούς εναντίον των σίριαλ κι ας αυτοδιαφημίζονται με έπαρση ως η «λογοτεχνία του εικοστού πρώτου αιώνα». Αλλωστε, τα «Deadwood», «The Wire» και «Six Feet Under», για να αναφέρω ορισμένες από τις ποιοτικότερες λογοτεχνίζουσες τηλεοπτικές σειρές, είναι σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνα για την επιστροφή του πολυσέλιδου/πολυπρισματικού μυθιστορήματος στις μέρες μας και την ευνοϊκή υποδοχή βιβλίων όπως η κάθε άλλο παρά «Σύντομη ιστορία επτά φόνων» του Μάρλον Τζέιμς (704 σελίδες) ή το σχεδόν 1000σέλιδο «Πόλη στις φλόγες» του Γκαρθ Ρισκ Χάλμπεργκ. Oι σεναριογράφοι αυτών των προγραμμάτων, αριστούχοι μαθητές του Ντίκενς, του Τολστόι και της «Ποιητικής» του Αριστοτέλη, υπενθύμισαν στον συγγραφέα ότι προκειμένου να αποδεχτεί και να εμπιστευτεί τους ήρωές του ο καλομαθημένος στις «πραγματικές»/βιωματικές ιστορίες αναγνώστης των καιρών μας, θα πρέπει να τους δει να υποβάλλονται σε συνηθισμένες, παράδοξες, ευθύγραμμες, τεθλασμένες δοκιμασίες, οι οποίες πάντως θα κλιμακώνονται σε μεγάλο βάθος χρόνου. Ειδικά το «The Wire», ένα μνημειώδες έπος που αφηγείται την ιστορία μιας ηθικά χρεοκοπημένης και οικονομικά αφυδατωμένης πόλης σαν τη Βαλτιμόρη, μπορεί να προσφέρει άφθονες ιδέες στον Ελληνα συγγραφέα που θα θελήσει να περιγράψει το αποπνικτικό παρόν ή το δυσώδες πρόσφατο χθες.

Από την άλλη, οι περισσότερες σειρές, ακόμα και ορισμένες από τις καλύτερες, έχουν εθίσει το κοινό τους σε συγκεκριμένες τεχνικές. Οπως την ταύτιση με φαινομενικά αντισυμβατικούς χαρακτήρες, που όμως στην πραγματικότητα ανεμίζουν ως σημαίες τους πολυκαιρισμένα στερεότυπα (πρόσφατο τρανταχτό παράδειγμα οι χάκερ ήρωες του «Mr. Robot»). Ή την προοδευτικά επιταχυνόμενη εκδίπλωση του μύθου μέσα από κύριες και δευτερεύουσες πλοκές που διασταυρώνονται χάρη σε τραβηγμένες, προγραμματισμένες συμπτώσεις – από τα αρνητικά κατάλοιπα που κληροδότησε στις σειρές το μυθιστόρημα του 19ου αιώνα.

Τεχνάσματα, δηλαδή, που απαντώνται συχνότερα σε εύπεπτα αστυνομικά και κοινωνικά μυθιστορήματα του συρμού.

Αναρωτιέμαι λοιπόν, ο θεατής που καταβροχθίζει το ένα σίριαλ πίσω από το άλλο, μπορεί να εκτιμήσει ή να αγαπήσει ένα μυθιστόρημα βραδείας καύσεως και πολλαπλών νοηματικών επιστρωματώσεων, ένα μυθιστόρημα χωρίς καταιγιστική δράση, απογειωμένο χάρη στη γλωσσική ιδιοφυΐα του δημιουργού του; Για παράδειγμα, το «Κιβώτιο» του Αλεξάνδρου, τα αριστουργήματα του Ζέμπαλντ, τα βιβλία του Σολ Μπέλοου ή του Τζ. Μ. Κουτσί; Είναι χρήσιμο να θυμηθούμε ξανά την περίφημη ρήση του Βιτγκενστάιν: «Τα όρια της γλώσσας μου σημαίνουν τα όρια του κόσμου μου». Διότι μπορεί η σειρά να εξακολουθήσει να είναι η πρώτη επιλογή για τη διασκέδαση, την ψυχαγωγική εκπαίδευση ενός ευρύτερου κοινού, όμως ο κόσμος στα σπουδαία μυθιστορήματα θα συνεχίσει να είναι πιο ανοιχτός και, το κυριότερο, πιο αληθινός.