ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ

Βόρειοι και Νότιοι: γουέστερν ιδεών…

Βόρειοι και Νότιοι: γουέστερν ιδεών…

Tι μπορούν να μάθουν οι Ελληνες από τους Γερμανούς και οι Γερμανοί από τους Ελληνες; Το ερώτημα που υποβόσκει σε αρκετές ευρωπαϊκές πολιτικές συζητήσεις αποκτά με την documenta 14 αμιγώς καλλιτεχνική διάσταση. Ενας μεγάλος θεσμός της σύγχρονης τέχνης, ίσως ο μεγαλύτερος στον κόσμο, εγκαταλείπει για λίγο το λίκνο του Κάσελ και σκύβει πάνω από την Αθήνα με τη διάθεση, όπως λέει, να μάθει από το νεοελληνικό παράδειγμα. Για να μάθει, όμως, χρησιμοποιεί μια διαφορετική εκδοχή του άξονα Ανατολή – Δύση, χωρίζοντας τον ευρωπαϊκό κόσμο σε Νότο και Βορρά.

Οι Βόρειοι έρχονται να μελετήσουν τον Νότο: μια σύγχρονη εκδοχή του Grand Tour των ρομαντικών που επισκέπτονταν πριν από μερικούς αιώνες τη Μεσόγειο για να ατενίσουν ρωμαϊκά και αρχαία ελληνικά ερείπια λουσμένα στο φως.

Ερείπια υπάρχουν και σήμερα: ερείπια καπιταλιστικά, ερείπια εργασιακών συμβάσεων, ερείπια σχέσεων ανάμεσα σε δανειστές και πιστωτές. Για ένα μεγάλο μέρος της εννοιολογικής, εκπαιδευτικής, διδακτικής τέχνης που παράγεται σήμερα, αυτά είναι τα πιο ενδιαφέροντα ερείπια. Οπως το ευαγγελιζόταν ο Γιόζεφ Μπόις, η σύγχρονη εικαστική σκηνή κατέληξε να είναι, σε μεγάλο βαθμό, μια καλλιτεχνική υποχρέωση ευρύτερων καταπιεσμένων ομάδων, μια παραγωγική και μεταλλασσόμενη ενέργεια που το κοινό καλείται να αναγνωρίσει ως εσωτερική αναγκαιότητα, ως βήμα ελευθερίας.

Ισως γι’ αυτό οι πρώτες δράσεις της documenta στην Αθήνα ονομάστηκαν «Ασκήσεις Ελευθερίας» και έφεραν στην πόλη, σε μια «Βουλή των Σωμάτων» όπως ονομάστηκε, όχι έργα, αλλά συναντήσεις και αφηγήσεις που ήθελαν να είναι «αντιφρονούσες, ετερογενείς και αποσιωπημένες». Ακούστηκαν πολλά για την ενδοοικογενειακή βία, τις queer studies, την εξαφάνιση αυτοχθόνων στην Αυστραλία, τις τελετουργικές θεραπείες, το κίνημα Ecosex, τον φεμινισμό, την άκρα Αριστερά, την αντιαποικιοκρατία.

Την πρώτη βραδιά μια καλλιτέχνις-τελετάρχης της πολιτιστικής κληρονομιάς των Kawakwaka’wakw, Nisga’a και Tsimshian, εναπόθεσε ένα μανδύα στους ώμους του Τόνι Νέγκρι, θυμίζοντάς μας αυθόρμητα τον χιτώνα του Sankt Martin, μια από τις πιο χαρακτηριστικές τελετουργίες του γερμανικού νηπιαγωγείου.

Αυτά συνέβησαν σε μια βουλή φιλοτεχνημένη από τον Ανδρέα Αγγελιδάκη με μαλακά αρχιτεκτονικά μπλοκ – άλλα ερείπια αυτά, κατασκευασμένα. Το βλέμμα του Βορρά προς τον Νότο δεν φάνηκε ν’ αλλάζει σε αυτές τις πρώτες performative πράξεις/πειράματα. Στη λατρεία των ερειπίων μοιάζει να προστίθεται τώρα το πορνό των ερειπίων («poornograghy», σύμφωνα με τον επιτυχημένο νεολογισμό του Tirdad Zolghadr, είναι η ηδονοβλεπτική χρήση εικόνων άκρας επισφάλειας).

Πάνω στα σύγχρονα ερείπια διαθλάται ο εκτυφλωτικός ήλιος του Νότου, μία ακόμη εξωτική καρτ ποστάλ. Ο επιμελητής του προγράμματος δημοσίων δράσεων της documenta Paul Preciado γράφει στη Liberation για την αθηναϊκή παγωνιά της κρίσης και των θεσμών και τον ήλιο που «σαν ένα φίλτρο photoshop καμουφλάρει τα πάντα». Παρόμοια λυρική διάθεση διαπερνάει και τις απόψεις του Pierre Bal-Blanc, που διατείνεται ότι «η Αθήνα δεν θα είναι η σκιά της documenta, ίσως να είναι ο ήλιος του Κάσελ».

Είναι ιδέα μας ή το συναίσθημα που υπαινίσσονταν κάποτε τα ίδια τα έργα διαποτίζει πλέον –κακόγουστα, ως μελοδραματική βροχή– τις διακηρύξεις γύρω από τα έργα; Μετά την documenta Χ, που επιμελήθηκε η Catherine David το 1997 και τη σταδιακή μετανάστευση των ανθρωπιστικών επιστημών και της πολιτικής θεωρίας στην εικαστική σκηνή, δεν τολμάς πια να μιλήσεις για απόλαυση, για εκφραστική γλώσσα, για τη συγκίνηση και τη μεταμορφωτική δύναμη της ίδιας της τέχνης.

Η αισθητική θεωρείται παλιομοδίτικο αίτημα και κυρίως όχι πολιτικά ορθό. Η ίδια η τέχνη αγωνίζεται να χάσει όλους τους χυμούς της –την αμφισημία, τον υπαινιγμό, την ατμόσφαιρα– και να γίνει παρανάλωμα στον βωμό της μεθόδου και του ντοκουμέντου.

Μερικά από αυτά τα ντοκουμέντα θα δούμε και στην κρατική τηλεόραση, στη νέα εβδομαδιαία εκπομπή «Κείμενα», επιχειρώντας «να φανταστεί και να συγκροτήσει ένα διαφορετικό κοινό» . Στο πρόγραμμα των ταινιών που θα προβληθούν διαβάζουμε, ωστόσο, και απόψεις που μοιάζουν να γράφτηκαν στο γραφείο Tύπου της σημερινής κυβέρνησης: «Παρά τις εκτεταμένες περικοπές του προϋπολογισμού που έχουν πλήξει τη λειτουργία της, η ΕΡΤ παραμένει ο επίσημος δημόσιος ραδιοτηλεοπτικός φορέας, ειδικά στη συλλογική συνείδηση της Ελλάδας: το επίμαχο κλείσιμο της ΕΡΤ το 2013 πυροδότησε άμεση και ευρύτατη διαμαρτυρία σε όλη τη χώρα». Αυτό το δελτίο Τύπου της documenta, που εμφορείται από αριστερή ρητορική, δείχνει ανάγλυφα πόσα λίγα ξέρει ο «Βορράς» για τον «Νότο». Η δημόσια τηλεόραση –που διαμορφώθηκε επί δικτατορίας– παρέμεινε φερέφωνο της εκάστοτε κυβέρνησης και στα μεταπολιτευτικά χρόνια. Το 2013 στα κάγκελα της κλειστής ΕΡΤ ανέβηκαν για να διαμαρτυρηθούν δύο εξαιρετικά αμφιλεγόμενες πολιτικές φιγούρες που έδωσαν νέες μορφές στον λαϊκισμό: η πρώην πρόεδρος της Βουλής Ζωή Κωνσταντοπούλου και η Ραχήλ Μακρή.

Η αλήθεια είναι ότι ζητάμε από την documenta κάτι αφάνταστα δύσκολο: να αφουγκραστεί το συλλογικό ασυνείδητο, να καταλάβει, ας πούμε, πώς όταν αναφέρεται στην «ελληνική έννοια της ελευθερίας», αντιδιαστέλλοντάς την προς την καπιταλιστική ελευθερία, το μυαλό του μέσου Ελληνα δεν πάει στον Ζήνωνα και στον Επίκουρο, αλλά στον Πάνο Καμμένο, αρχηγό των ΑΝΕΛ. Και κατόπιν, συνειρμικά, στη συμμαχία του ΣΥΡΙΖΑ με τη λαϊκιστική δεξιά στην Ελλάδα για τον σχηματισμό κυβέρνησης. Υιοθετώντας τη ρητορική της αντίστασης, η documenta ενισχύει, ίσως άθελά της, μια προβληματική εθνικιστική νεοελληνική αφήγηση: το αρχέτυπο του Ελληνα που αντιστέκεται, την ομαδική φαντασίωση που έφερε στο Σύνταγμα το 2011 το κίνημα των «Αγανακτισμένων».

Σε αρκετές ελληνικές εφημερίδες εκφράστηκε με κορώνες η άποψη ότι η documenta ταυτίζει τον λόγο και τις επιλογές της με εκείνες της ελληνικής κυβέρνησης. Αυτή η κριτική οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην άγνοια της εγχώριας κριτικής γύρω από τη εμμονική διασύνδεση των σύγχρονων μεγάλων εκθέσεων με τις ριζοσπαστικές πολιτικές θεωρίες. Ομως δεν είναι τόσο απλό και μονοδιάστατο.

Αυτό που στα μάτια του επιτελείου της documenta φαντάζει ίσως ως αναστάτωση των Αθηναίων αστών (που θα μπορούσε να είναι και ζητούμενο ενός μεγάλου θεσμού που αγωνίζεται να εκφραστεί αντιεξουσιαστικά) είναι επίσης μια παρανόηση του βάρους και των αποχρώσεων της ελληνικής Ιστορίας και των προσώπων που την απαρτίζουν.

Πάντως, ούτε η γερμανική κριτική είδε με καλό μάτι τη μετακίνηση από το Κάσελ στην Αθήνα. Σύμφωνα με τον καλλιτεχνικό διευθυντή της documenta Αdam Szymczyk, αρκετοί μίλησαν για «κλοπή» – μια λέξη που σχεδόν ασυνείδητα πλέον χρησιμοποιεί η Γερμανία όταν αναφέρεται στην Ελλάδα. Η «κλοπή», ο «θυμός» που ακολούθησε και η μετασκευή του σε «οίκτο» είναι το ανομολόγητο γερμανικό αφήγημα, το οποίο δύσκολα η documenta θα κλονίσει αν συνεχίσει να βασίζεται σε στερεότυπα και λογής λογής εξωτισμούς.

«Μαθαίνοντας από την Αθήνα» είναι ένας ωραίος, ένας έξυπνος τίτλος. Κολακεύει τους νεοέλληνες και το απωθημένο τους να συνεχίσουν να φέρνουν τα φώτα του πολιτισμού στην οικουμένη (και οι Ολυμπιακοί της Αθήνας, με την οικονομική καταρράκωση που ακολούθησε, σε μια τέτοια παρεξήγηση δεν βασίστηκαν;). Καθησυχάζει επίσης και τους σύγχρονους Γερμανούς που πιστεύουν ότι η μάθηση, κάθε μάθηση, είναι κέρδος.

Λίγους μήνες πριν από τα επίσημα εγκαίνια αξίζει να αναλογιστούμε τι θα μπορούσε να μάθει χάρη στη documenta ο «Νότος» και τι ο «Βορράς», αν βάλουμε στην άκρη αυτό το γουέστερν ιδεών. Πώς θα μπορούσε να βαθύνει η κατανόηση, παρά τις αιχμές, ή ακριβώς εξαιτίας τους, αφού ο περιορισμός ευνοεί τη δημιουργία. Η γεφύρωση μπορεί να επέλθει μέσω της τέχνης. Αυτού του τόσο παλιού ζωοδόχου πειράματος που φέρνει τους ανθρώπους κοντά όχι διά θεωριών χειραφέτησης, αλλά με την ίδια τη χειραφέτηση της καλλιτεχνικής πράξης.