ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Επιδοτήσεις για νέες θέσεις εργασίας

Η κυβέρνηση προωθεί ένα «κοινωνικό συμβόλαιο» άμεσης εφαρμογής με τους εργοδότες: το Δημόσιο θα καλύπτει ένα πολύ μεγάλο μέρος του μη μισθολογικού κόστους για το επόμενο χρονικό διάστημα σε όσους προχωρήσουν σε προσλήψεις.
(Φωτ. Shutterstock)

Ενα ευρύ και γενναιόδωρο πρόγραμμα επιδότησης επιχειρήσεων προκειμένου να προχωρήσουν σε προσλήψεις προσωπικού, αλλά και επέκταση των μέτρων «απαγόρευσης» των απολύσεων για όσους επαγγελματίες ευεργετηθούν από τα νέα μέτρα στήριξης, ρίχνει στη μάχη καταπολέμησης της ανεργίας η κυβέρνηση. Ουσιαστικά, προωθείται ένα «κοινωνικό συμβόλαιο» άμεσης εφαρμογής με τους εργοδότες: το Δημόσιο θα καλύπτει ένα πολύ μεγάλο μέρος του μη μισθολογικού κόστους για το επόμενο χρονικό διάστημα σε όσους προχωρήσουν σε προσλήψεις, με την πριμοδότηση να αφορά κατά κύριο λόγο τις ασφαλιστικές εισφορές. Οσοι θα ευεργετηθούν είτε από το συγκεκριμένο πρόγραμμα είτε από άλλα μέτρα δεν θα πρέπει να προχωρήσουν σε απολύσεις. 

Για παράδειγμα, ο νέος γύρος της επιστρεπτέας προκαταβολής, που ανοίγει από τη Δευτέρα, θα επιβάλει σε όσους λάβουν χρήματα, να μην κάνουν καμία απόλυση μέχρι και το τέλος του χρόνου. Η επέκταση της ρήτρας μη απολύσεων έως το τέλος του χρόνου –η επιστρεπτέα προκαταβολή 1 και 2 προέβλεπε να μην υπάρχει μείωση προσωπικού μέχρι το τέλος Οκτωβρίου– θα ενσωματώνεται στην υπουργική απόφαση με τα κριτήρια διάθεσης της επιστρεπτέας προκαταβολής, η έκδοση της οποίας αναμένεται μετά τις 21 Σεπτεμβρίου, οπότε και θα ολοκληρωθούν οι αιτήσεις από την πλευρά των εργαζομένων.

Η ζημία στην αγορά εργασίας άρχισε ήδη να γίνεται αισθητή, ενώ τα δύσκολα είναι μπροστά. Ο αριθμός των απασχολουμένων έχει ήδη μειωθεί πάνω από 200.000 άτομα εάν συνυπολογιστεί και το γεγονός ότι όσοι βρίσκονται σε καθεστώς αναστολής για χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών, εξακολουθούν να λογίζονται ως εργαζόμενοι παρά το γεγονός ότι εισπράττουν μόνο το επίδομα των 534 ευρώ. Τα αναλυτικά στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής για την αγορά εργασίας του β΄ τριμήνου που δίδονται την επόμενη εβδομάδα στη δημοσιότητα αναμένεται να καταγράψουν κατακόρυφη μείωση στις ώρες απασχόλησης. Ο συγκεκριμένος δείκτης αποτυπώνει με περισσότερη λεπτομέρεια τις επιπτώσεις της πανδημίας στην αγορά εργασίας, καθώς στην πράξη μετράει τα χαμένα «μεροκάματα», τα οποία είναι ήδη δεκάδες εκατομμύρια. 

Μείωση εργαζομένων

Ειδικότερα, από τις μέχρι τώρα διαθέσιμες στατιστικές για την πορεία της αγοράς εργασίας προκύπτουν τα εξής:

• Ο αριθμός των απασχολουμένων έχει μειωθεί φέτος τον Ιούνιο στα 3,744 εκατομμύρια από 3,918 εκατομμύρια πριν από ένα χρόνο. Ωστόσο, στους απασχολουμένους, η Ελληνική Στατιστική Αρχή συμπεριλαμβάνει και αυτούς που βρέθηκαν σε καθεστώς αναστολής αρκεί η διάρκεια αυτής να είναι μικρότερη από τρεις μήνες ή κατά την αναστολή να λαμβάνουν τουλάχιστον το 50% των αποδοχών τους. Δεδομένου ότι στην Ελλάδα ο μέσος μισθός κινείται στα επίπεδα των 1.000 ευρώ για το 8ωρο, η αναστολή των 534 ευρώ αυτομάτως κατατάσσει όποιον έχει μπει στο συγκεκριμένο καθεστώς στους «απασχολουμένους». Βάσει των στοιχείων του υπουργείου Εργασίας, σε καθεστώς αναστολής βρίσκονταν τον Ιούνιο τουλάχιστον 50.000 εργαζόμενοι.

Αν αυτοί εξαιρεθούν από τη λίστα των απασχολουμένων, τότε ο αριθμός πέφτει αυτομάτως κάτω από τα 3,7 εκατομμύρια άτομα, επίδοση που μας επιστρέφει πρακτικά περίπου τέσσερα χρόνια πίσω (σ.σ. το 2016, ο αριθμός των απασχολουμένων ήταν 3,686 εκατομμύρια.

• O αριθμός των ανέργων ανήλθε στα 836,6 χιλιάδες άτομα τον Ιούνιο. Και πάλι όμως υπάρχει ένα ζήτημα με τη στατιστική διαχείριση. Εργαζόμενοι που παραμένουν σε καθεστώς αναστολής για περισσότερο από τρεις μήνες κατατάσσονται στους οικονομικά μη ενεργούς, αφού στη σχετική ερώτηση που τους γίνεται δεν δηλώνουν διατεθειμένοι να βρουν δουλειά, καθώς υπάρχει η εκκρεμότητα με την αναστολή της σύμβασής τους. Ετσι εξηγείται και το γεγονός ότι οι οικονομικά μη ενεργοί έφτασαν τον Ιούνιο τα 3,31 εκατομμύρια άτομα – ο υψηλότερος αριθμός που έχει καταγραφεί από το 2014 και μετά.

Πρόβλεψη για εκτίναξη ανεργίας στο 20%

Η αναγκαιότητα λήψης μέτρων για τη «θωράκιση» της αγοράς εργασίας δεν απασχολεί μόνο την Ελλάδα, αλλά το σύνολο των ευρωπαϊκών χωρών. Οι επικαιροποιημένες προβλέψεις αποτυπώνουν την εκτίμηση ότι η μείωση της απασχόλησης είναι πιθανό να συνεχιστεί και κατά τη διάρκεια του 2021.

Τη σχετική εκτίμηση μετέφερε στους υπουργούς Οικονομικών της Ευρωζώνης η επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Κριστίν Λαγκάρντ, παρουσιάζοντας τις επικαιροποιημένες προβλέψεις της ΕΚΤ. Ειδικά για την Ελλάδα όμως, η ανάγκη λήψης μέτρων καταπολέμησης της ανεργίας είναι ακόμη πιο επιτακτική, καθώς με το ποσοστό του 18,3% που κατέγραψε η ΕΛΣΤΑΤ για τον μήνα Ιούνιο, η χώρα παραμένει στην πρώτη θέση της Ευρώπης. Η πρόβλεψη του οικονομικού επιτελείου είναι ότι η ανεργία θα συνεχίσει να αυξάνεται το επόμενο διάστημα, ενώ εκτιμάται πως μέχρι το τέλος της χρονιάς η ΕΛΣΤΑΤ θα καταγράψει ποσοστό ανεργίας ακόμη και άνω του 20%. Ιδιαίτερα κρίσιμος μήνας είναι αυτός που διανύουμε τώρα, αλλά και οι δύο επόμενοι, καθώς θα πρέπει να φανεί πώς ισορροπεί η αγορά εργασίας με την πρόωρη και «άδοξη» λήξη της τουριστικής περιόδου από τη μία αλλά και την ανακοίνωση των μέτρων στήριξης από την άλλη (σ.σ. τόσο της παράτασης των υφιστάμενων μέτρων που έχουν ήδη ανακοινωθεί από το υπουργείο Εργασίας όσο και των νέων εξαγγελιών του πρωθυπουργού).

Η ανησυχία για την κατάσταση που θα επικρατήσει το επόμενο διάστημα στην αγορά εργασίας είναι ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους οδεύουμε προς παράταση της δημοσιονομικής χαλάρωσης τουλάχιστον και για το 2021. Η ΕΚΤ στο βασικό της σενάριο προβλέπει για την Ευρωζώνη αύξηση της ανεργίας στο 9,5% για φέτος και οριακή μείωση στο 8,8% για του χρόνου. Στο κακό σενάριο όμως –με δεύτερο κύμα πανδημίας μέσα στη χρονιά– η ανεργία μπορεί να φτάσει το 11,4% φέτος και να μην υποχωρήσει παρά ελάχιστα, και κατά το 2021 στο 11,2%. Στο προσχέδιο του κρατικού προϋπολογισμού για το 2021, η κυβέρνηση αναμένεται να διατυπώσει πρόβλεψη για μείωση του ποσοστού ανεργίας από το επίπεδο του τουλάχιστον 20% που θα διαμορφωθεί φέτος.