ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Γιατί οι επενδυτές κρατούν αποστάσεις από τις τραπεζικές μετοχές

giati-oi-ependytes-kratoyn-apostaseis-apo-tis-trapezikes-metoches-561077062

«Εγκλωβισμένες» στις εξαιρετικά χαμηλές αποτιμήσεις παραμένουν οι μετοχές των τεσσάρων ελληνικών συστημικών τραπεζών, έχοντας χάσει κατά μέσον όρο το 64% της αξίας τους από την αρχή της χρονιάς, κινούμενες σε μικρή μόνο απόσταση από τα ιστορικά χαμηλά που σημείωσε ο κλαδικός δείκτης τον περασμένο Μάιο. Και όλα αυτά παρά το γεγονός ότι ο κλάδος έδειξε ανθεκτικότητα στο εξαιρετικά δύσκολο για την οικονομία β΄ τρίμηνο, έχει σταματήσει να βρίσκεται στο επίκεντρο των short funds, ενώ οι τιτλοποιήσεις μη εξυπηρετούμενων δανείων έχουν επιταχυνθεί και πάλι μετά το βίαιο «στοπ» που έβαλε η κρίση λόγω COVID-19.

Ο τραπεζικός κλάδος, που αποτέλεσε τον «ηγέτη» του ιστορικού ράλι του Χρηματιστηρίου Αθηνών το 2019, το οποίο και σημείωσε τις υψηλότερες αποδόσεις διεθνώς ξεπερνώντας το +50%, έχει μετατραπεί φέτος στο μεγάλο «βαρίδι» της ελληνικής χρηματιστηριακής αγοράς, η οποία δεν μπορεί να σηκώσει «κεφάλι» εδώ και μήνες κινούμενη σε ένα πολύ στενό εύρος τιμών και διατηρώντας την πτώση άνω του 30% από τις αρχές του έτους, με τη συναλλακτική δραστηριότητα να έχει υποστεί μόνιμη… καθίζηση. 

Ο τουρισμός

Το «στίγμα» που δόθηκε από τα πρώτα φθινοπωρινά διαδικτυακά roadshows (των Goldman Sachs και Citi) αποδεικνύει πως οι επενδυτές έχουν επιλέξει να μην αυξήσουν προς το παρόν την έκθεσή τους στις μετοχές των ελληνικών τραπεζών, καθώς υπάρχουν ακόμη πολλά ανοικτά μέτωπα τα οποία μένει να αποσαφηνιστούν ώστε να δοθεί περισσότερη ορατότητα για τον κλάδο. Η πορεία της οικονομίας και ειδικά του τουρισμού μετά τη μεγάλη ύφεση του β΄ τριμήνου, και το κατά πόσο το «στοίχημα» της ισχυρής ανάκαμψης στη συνέχεια είναι εφικτό, καθώς και η «τύχη» των δανείων που έχουν μπει σε αναστολή πληρωμών και το εάν μετά τη λήξη της στήριξης αυτής καταλήξουν σε νέο βουνό κόκκινων δανείων, αποτελούν τις βασικές ανησυχίες των επενδυτών. «Η εξάρτηση από τον τουρισμό πολλών κλάδων της οικονομίας και η αβεβαιότητα για την επόμενη χρονιά και τον βαθμό ανάκαμψης της οικονομίας κάνει διστακτικούς τους επενδυτές απέναντι στις ελληνικές τράπεζες», σημειώνει στην «Κ» ο Νίκος Σακαρέλης, αναλυτής της Wealth Fund Services.  

Οπως επισημαίνει και η Eurobank Equities, παρά τα ενθαρρυντικά σημάδια από τα αποτελέσματα β΄ τριμήνου των τραπεζών και παρά τις πολύ ελκυστικές αποτιμήσεις που έχουν αυτή τη στιγμή, η αγορά χρειάζεται περισσότερη ορατότητα για το 2021 και μετά, κάτι που είναι πιθανότερο να υπάρξει προς το τέλος του έτους. 

Οι αναστολές πληρωμών

Η εικόνα του β΄ τριμήνου των ελληνικών τραπεζών ήταν πράγματι πολύ καθησυχαστική, με τους ισολογισμούς να δείχνουν ανθεκτικότητα και σταθερές τάσεις στην ποιότητα του ενεργητικού, σημειώνει από την πλευρά του στην «Κ» και ο Αλέξανδρος Μπουλουγούρης, συνεπικεφαλής έρευνας στη Wood & Co Financial Services.  Ωστόσο, και κατά την άποψή του, ο βασικός παράγοντας που απομακρύνει τους επενδυτές από τις μετοχές τους είναι οι ανησυχίες για το 2021 και τι θα συμβεί μόλις λήξουν τα δάνεια ύψους 18 δισ. ευρώ που βρίσκονται σε μορατόρια. Επιπλέον, εάν η οικονομία είναι ασθενέστερη από τις προσδοκίες το 2021, θα μπορούσε να οδηγήσει σε υψηλότερο κόστος κινδύνου και σε άλλο ένα έτος «εύθραυστης» κερδοφορίας. Πάντως, κατά τον κ. Μπουλουγούρη, αυτές οι ανησυχίες φαίνεται πλέον πως έχουν ήδη αποτιμηθεί από την αγορά, εξηγώντας τις χαμηλές αποτιμήσεις.

Εκτός από την αβεβαιότητα γύρω από τα μορατόρια, η πρόοδος στα business plans των τραπεζών και η ποιότητα των ιδίων κεφαλαίων των πιστωτικών ιδρυμάτων (μεγάλο ποσοστό αναβαλλόμενης φορολογίας) αποτελούν αποτρεπτικό παράγοντα αυτή τη στιγμή για τους επενδυτές, κατά τον κ. Σακαρέλη. Μπορεί μεν η Alpha Bank να υπολόγισε μικρότερη την απομείωση στα κεφάλαιά της από το project Galaxy, από την άλλη όμως η Εθνική ακόμα δεν έχει πουλήσει την Εθνική Ασφαλιστική, ενώ εκκρεμούν και οι πωλήσεις των πακέτων δανείων της Πειραιώς, όπως σημειώνει. Πέραν της πορείας της οικονομίας και των NPEs, ένας τρίτος πιο «τεχνικός» αλλά και ουσιαστικός παράγοντας που έχει οδηγήσει στην απουσία ενδιαφέροντος των επενδυτών απέναντι στις μετοχές των ελληνικών τραπεζών, είναι το γεγονός ότι έχουν όλες τεθεί εκτός του βασικού δείκτη αναφοράς της MSCI. Αυτό σημαίνει πως όλο και λιγότεροι επενδυτές «κοιτούν» τις ελληνικές τράπεζες, με την πλειοψηφία των… ενδιαφερομένων να αποτελούν hedge funds. Τα όποια funds, όπως οι Schroder’s, Fidelity και BlackRock, φαίνεται να έχουν στο ραντάρ τους τις ελληνικές τράπεζες είναι λόγω του ότι «ανήκουν» στο χαρτοφυλάκιο των αναδυόμενων αγορών, στο οποίο ωστόσο το ποσοστό της Ελλάδας είναι εξαιρετικά μικρό.

Πολλοί επενδυτές επίσης είχαν αγοράσει ελληνικές τράπεζες το 2019 –κάτι που εξηγεί το ιλιγγιώδες ράλι του κλαδικού δείκτη την περασμένη χρονιά, που ξεπέρασε το 100%– βλέποντας ισχυρή ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας το 2020 και 2021. Σημειώνεται πως στα τέλη του 2019, η πλειονότητα των αναλυτών προέβλεπε πως η Ελλάδα θα σημειώσει φέτος την ισχυρότερη στην Ευρωζώνη. Πλέον, λόγω της κρίσης COVID-19, αυτά τα «στοιχήματα» έχουν μεταφερθεί για πολύ αργότερα, το 2022-2023, κάτι που επίσης εξηγεί την αποστροφή των επενδυτών από τον κλάδο. 

Περιμένοντας το εμβόλιο

Σύμφωνα πάντως με τους αναλυτές, οι πιέσεις αναμένεται να περιοριστούν το επόμενο διάστημα. Η δημιουργία του Ταμείου Ανάκαμψης της Ε.Ε. πρόκειται να στηρίξει τις προοπτικές των ελληνικών τραπεζικών μετοχών, προσελκύοντας τελικά το ενδιαφέρον των επενδυτών, εκτιμά η Eurobank Equities. Σε αυτό συμφωνεί και ο κ. Σακαρέλης, ο οποίος τονίζει πως εάν το σχέδιο αξιοποιηθεί καταλλήλως θα βοηθήσει πολλούς τομείς της οικονομίας και θα δώσει όραμα και στις τραπεζικές μετοχές που επωφελούνται από την υγεία και πρόοδο πολλών κλάδων της οικονομίας. Τέλος, όπως προσθέτει, η παρασκευή ενός αποτελεσματικού εμβολίου ή μιας αξιόπιστης φαρμακευτικής αγωγής για την COVID-19 θα δώσει ελπίδες για μια καλύτερη χρονιά, ιδιαίτερα τουριστικά, που θα βοηθήσει τις τράπεζες να ανακάμψουν.