ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Θετική η συγκυρία για περαιτέρω μείωση αποδόσεων των ελληνικών ομολόγων

Από τις αρχές του 2020 και εν μέσω πανδημίας, ο τζίρος στην ΗΔΑΤ ήδη αγγίζει τα 9,8 δισ. ευρώ. Αυτό το επίπεδο ξεπερνάει τα 8,5 δισ. ευρώ που ήταν ο συνολικός τζίρος το 2019, είναι διπλάσιο σχεδόν από τα 5 δισ. ευρώ του 2018. Οπως εκτιμούν οι αναλυτές, το 2020 αναμένεται να είναι το καλύτερο έτος από πλευράς τζίρου στην αγορά, από το 2010 (φωτ. EPA).

Παρά την επιδείνωση της πορείας της οικονομίας λόγω της κρίσης που έχει προκαλέσει η πανδημία, τα ελληνικά ομόλογα συνεχίζουν να ξεχωρίζουν και να καταγράφουν νέα ρεκόρ, με τους επενδυτές να επιβεβαιώνουν την εμπιστοσύνη τους στις μακροπρόθεσμες προοπτικές της Ελλάδας, εκμεταλλευόμενοι παράλληλα και τα σημαντικά «όπλα» που προσφέρουν οι ελληνικοί τίτλοι.

Η απόδοση του ελληνικού 5ετούς ομολόγου βρέθηκε χθες σε ιστορικό χαμηλό και στο 0,217% με πτώση της τάξης του 11% από τα επίπεδα της Τρίτης, ενώ σημαντική βελτίωση σημείωσε και η απόδοση του 10ετούς στο 1,057%, με πτώση άνω του 3%, ενώ το spread διαμορφώθηκε στις 155 μ.β., έχοντας υποχωρήσει κατά 300 μ.β. το τελευταίο εξάμηνο.

Το κυνήγι των ελληνικών αποδόσεων δεν είναι τυχαίο, σύμφωνα με τους αναλυτές, ενώ το έντονο ενδιαφέρον των επενδυτών αποτυπώνεται τόσο στην ισχυρή συμμετοχή τους στις τέσσερις εκδόσεις στις οποίες έχει προχωρήσει φέτος η Ελλάδα, όσο και στους όγκους συναλλαγών στη δευτερογενή αγορά, οι οποίοι κινούνται σε υψηλά εξαετίας. 

Πιο αναλυτικά, από τις αρχές του 2020 και εν μέσω πανδημίας, ο τζίρος στην ΗΔΑΤ ήδη αγγίζει τα 9,8 δισ. ευρώ. Αυτό το επίπεδο ξεπερνάει τα 8,5 δισ. ευρώ που ήταν ο συνολικός τζίρος το 2019, είναι διπλάσιο σχεδόν από τα 5 δισ. ευρώ του 2018, 18 φορές υψηλότερο από τα επίπεδα του 2017 και του 2016, οκτώ φορές υψηλότερο από τον τζίρο του 1,23 δισ. ευρώ του 2015 και ήδη ισοφαρίζει το επίπεδο που είχε καταγραφεί στο σύνολο του 2014. Οπως εκτιμούν οι αναλυτές, το 2020 αναμένεται να είναι το καλύτερο έτος από πλευράς τζίρου στην αγορά, από το 2010.

Η Société Générale σημειώνει πως υπάρχει ακόμη σημαντικό περιθώριο μείωσης των spreads των ομολόγων της περιφέρειας, μεταξύ των οποίων και των ελληνικών. Η γαλλική τράπεζα εντοπίζει πληθώρα λόγων για τη συνέχιση των πολύ καλών επιδόσεων, όπως η δημιουργία του Ταμείου Ανάκαμψης, η συνεχιζόμενη στήριξη από τα προγράμματα QE της ΕΚΤ, η επιστροφή των διεθνών επενδυτών στην ευρωπεριφέρεια, καθώς και η απουσία οποιουδήποτε φόβου για υποβάθμιση των αξιολογήσεων των χωρών του Νότου στο επόμενο διάστημα. Ειδικά σε ό,τι αφορά τα ελληνικά ομόλογα, η Alpha Bank εντοπίζει τέσσερις λόγους που στηρίζουν την περαιτέρω πτώση των αποδόσεών τους. Οπως επισημαίνει, το γεγονός ότι η βελτίωση των κρατικών τίτλων διατηρείται παρά την επιδείνωση του οικονομικού κλίματος εξαιτίας της πανδημίας, υποδηλώνει ότι οι αγορές προεξοφλούν: 1) την ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας έναντι του υφεσιακού σοκ σε χρονικό ορίζοντα διετίας, η οποία ήδη ενισχύεται από τα μέτρα στήριξης για το χρονικό διάστημα 2020-2021, 2) την ενεργό στήριξη της πολιτικής της ΕΚΤ, μέσω των αγορών των ελληνικών τίτλων, στο πλαίσιο του νέου έκτακτου QE (PEPP), 3) το ευνοϊκότερο προφίλ του ελληνικού χρέους (χαμηλές ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες του ελληνικού Δημοσίου, μεγάλη περίοδο ωρίμανσης του χρέους, το μεγαλύτερο ποσοστό του χρέους αποτελείται από δάνεια σταθερού επιτοκίου) και 4) το ισχυρό πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα που αναμένεται να προκύψει την επόμενη εξαετία, μέσω της απορρόφησης των κεφαλαίων του Ταμείου Ανάκαμψης, καθώς και των κονδυλίων από το ΕΣΠΑ 2021-2027.

Οπως επισημαίνει η Alpha Bank, η αποκλιμάκωση των αποδόσεων και η συμμετοχή της χώρας στο PEPP αναμένεται να δώσουν πρόσθετη ευελιξία χρηματοδότησης της οικονομίας και να λειτουργήσουν επικουρικά στη διατήρηση του κόστους εξυπηρέτησης του ελληνικού δημοσίου χρέους σε χαμηλά επίπεδα. Παράλληλα, μια πρόσθετη, ευνοϊκή παράμετρος για τα ελληνικά ομόλογα είναι η συμφωνία για το σχέδιο ανάκαμψης, μία εξέλιξη που θα στηρίξει την αναπτυξιακή πορεία της ελληνικής οικονομίας από το επόμενο έτος, τη στιγμή που το πολύ χαμηλό κόστος δανεισμού διευκολύνει την εκδοτική δραστηριότητα του ελληνικού Δημοσίου, επιτρέποντας τη διατήρηση των ταμειακών αποθεμάτων της χώρας σε ικανοποιητικό επίπεδο.